Σάββατο 21 Ιουνίου 2014

Επίκουρος

ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ:
(Σάμος, 341 π.Χ. - Αθήνα, 270 π.Χ.) ήταν ένας αρχαίος έλληνας φιλόσοφος ιδρυτής του Επικουρισμού, μιας από τις πιο γνωστές σχολές της ελληνιστικής φιλοσοφίας.

                     «Τίποτα δεν είναι αρκετό, για όποιον το αρκετό είναι λίγο.» Επίκουρος

                                                    

Βιογραφία

Ήταν Αθηναίος πολίτης, γιος του Νεοκλή και της Χαιρεστράτης. Ο πατέρας του, Αθηναίος πολίτης από τον δήμο Γαργηττού με καταγωγή από το παλιό επιφανές Αθηναϊκό γένος των Φιλαϊδών, συμμετείχε στον αποικισμό της Σάμου, όπου ο Επίκουρος ανατράφηκε ("Επίκουρος Νεοκλέους και Χαιρεστράτης, Αθηναίος, των δήμων Γαργήττιος, γένους του των Φιλαϊδών... κληρουχησάντων Αθηναίων την Σάμον εκείθι τραφήναι" - Διογένης Λαέρτιος 10,1). Ο Επίκουρος άρχισε να έρχεται από νωρίς σε έντονη επαφή με τη φιλοσοφία του Ναυσιφάνη στο γειτονικό νησί Τέως, γεγονός που τον απομάκρυνε από κάθε πλατωνική δοξασία και τον έστρεψε στις θεωρίες του Δημόκριτου. Σε ηλικία 18 ετών μετέβη στην Αθήνα για την στρατιωτική και πολιτική του θητεία μαζί με τον κωμικό Μένανδρο. Για τα επόμενα δεκαπέντε χρόνια της ζωής του δεν έχουν διασωθεί αρκετές πληροφορίες. Αργότερα, δημιούργησε το δικό του Φιλοσοφικό Κύκλο στη Μυτιλήνη και μετά στη Λάμψακο. Επέστρεψε στην Αθήνα το 307/6 π.Χ. σε ηλικία 34 ετών και αγόρασε μια έκταση στην Αθήνα ανάμεσα στο Δύπιλον και την Ακαδημία , όπου στέγασε τη φιλοσοφική του σχολή - τον Κήπο του Επίκουρου. Δίδαξε για 35 χρόνια ακολουθώντας ήσυχη και λιτή ζωή. Περιστοιχίζονταν από άνδρες, γυναίκες, εταίρες και δούλους, που μετείχαν ισάξια στον επικούρειο Κήπο. Ο Επίκουρος πέθανε το 270 π.Χ., σε ηλικία 72 χρόνων.

Η Επικούρεια Φιλοσοφία

Κατά την Ελληνιστική εποχή, την περίοδο δηλαδή που αρχίζει με το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου (323 π.Χ.) και τελειώνει συμβατικά με τη ναυμαχία στο Άκτιο, το 31 π.Χ., κυρίαρχη θέση στην αρχαία φιλοσοφία κατέχουν οι σχολές των Στωικών και των Επικούρειων, παράλληλα βέβαια με εκείνες των Πλατωνικών, Αριστοτελικών, Σκεπτικιστών, Κυνικών κ.α.
Ο Επίκουρος και η θεωρία του στρέφονται σε έναν ηθικολογικό χαρακτήρα της φιλοσοφίας.Στόχος του ήταν η αναζήτηση των αιτιών της ανθρώπινης δυστυχίας και των εσφαλμένων δοξασιών που την προκαλούν, όπως για παράδειγμα η δεισιδαιμονία, ώστε να υπάρξει η αντιπρόταση για την προοπτική μιας ευχάριστης ζωής (ΖΗΝ ΗΔΕΩΣ), που για την επίτευξή της ο Επίκουρος προσέφερε ξεκάθαρες φιλοσοφικές συμβουλές. Το ζην ηδέως επιτυγχάνεται με την απουσία του πόνου και φόβου και με τη βίωση μιας ζωής αυτάρκους περιβαλλόμενης από φίλους.

Βασικές αρχές της διδασκαλίας του είναι οι εξής: - με τον θάνατο έρχεται το τέλος όχι μόνο του σώματος αλλά και της ψυχής - οι θεοί δεν επιβραβεύουν ή τιμωρούν τους ανθρώπους - το σύμπαν είναι άπειρο και αιώνιο - τα γενόμενα στον κόσμο συμβαίνουν τελικά, με βάση τις κινήσεις και τις αλληλεπιδράσεις των ατόμων που διακινούνται στον κενό χώρο.

Η αντιδικία με τους στωικούς

Όλοι οι μαθητές και φίλοι του Επίκουρου, αποτελούσαν σύλλογο με αρχηγό τον Επίκουρο, όμοιο μ΄εκείνον των Πυθαγορείων, συνδέονταν με στενή φιλία μεταξύ τους χωρίς όμως, να έχουν κοινοκτημοσύνη, την οποία ο Επίκουρος δεν θεωρούσε αναγκαία, διότι κατά τη γνώμη του δήλωνε απιστία μάλλον παρά πίστη μεταξύ φίλων. Σ΄αυτό το σύλλογο δεν συμμετείχαν μόνο άνδρες αλλά και γυναίκες, όπως η Θεμίστα, η σύζυγος του Λεοντέα, που ήταν ερωμένη του Μητροδώρου πράγμα που τότε δεν ερχόταν σε αντίθεση με την ηθική αντίληψη της ελληνικής κοινωνίας. Αυτή, όμως, η χαρούμενη σχέση του Επίκουρου και των φίλων του με εταίρες, η διδασκαλία του περί ηδονής, που παρανοήθηκε ή διαστρεβλώθηκε επίτηδες από μερικούς, καθώς και η καταφρόνηση που έδειχνε ο Επίκουρος και οι μαθητές του για τους σύγχρονους αλλά και και τους προγενέστερους φιλοσόφους, έδωσαν αφορμή, ιδιαίτερα στους στωικούς, να διαβάλουν τόσο τον ίδιο όσο και τη φιλοσοφία του με τον χειρότερο τρόπο.
Την ηθική των Επικουρείων κατηγόρησε αργότερα και ο Πλούταρχος στα συγγράμματά του Προς Κολώτην και ότι ουδέ ζην έστιν ηδέως κατ΄ Επίκουρον.

Η φυσιοκρατική θεωρία των Επικουρείων και η θεοκρατική διδασκαλία

Ο Επίκουρος και οι οπαδοί του παρουσιάστηκαν από τους χριστιανούς λόγιους ως κήρυκες και υποδείγματα ακολασίας και με τη σημασία αυτή διατηρήθηκε ο όρος επικουρισμός κατά τον Μεσαίωνα. Όμως, κατά τον 17ο αι. ο Γάλλος φιλόσοφος και θεολόγος Πιερ Γκασέντ προσέγγισε με άλλη ματιά τον επικουρισμό, προσπαθώντας να συνδυάσει τη φυσιοκρατική θεωρία των Επικουρείων με τη θεοκρατική διδασκαλία του χριστιανισμού. Η αντίθεση μεταξύ επικουρισμού και στωικισμού στο θέμα της θείας πρόνοιας, καθώς ο Επίκουρος αρνήθηκε κάθε θεία παρέμβαση στον κόσμο και κάθε τελολογική ερμηνεία, έδωσε αφορμή για την ανάπτυξη οξείας αντιδικίας εκείνη την εποχή. Ωστόσο, στους νεότερους χρόνους, η προσεκτική μελέτη των κειμένων και η επιστημονική αξιολόγηση αναζήτησαν και απέδωσαν στον επικουρισμό την πραγματική του θέση στην ιστορία της φιλοσοφίας.

Με το τέλος του ελληνορωμαϊκού κόσμου και την απαρχή του Μεσαίωνα, τα περισσότερα επικούρεια έργα αφανίστηκαν λόγω του περιεχομένου τους. Από το έργο του Επίκουρου σήμερα σώζονται μέσω του βιογράφου Διογένη του Λαέρτιου (3αι. μ.Χ.), τρεις επιστολές (Προς Ηρόδοτο - Περί Φύσεως, Προς Πυθοκλή - Περί Ουρανίων Σωμάτων, Προς Μενοικέα - Περί Ηθικής) και Οι Κύριες Δόξες, τα οποία αποτελούν την επιτομή του φιλοσοφικού του συστήματος, καθώς και η διαθήκη του.






Γνωστή είναι η τετραφάρμακος, δηλαδή οι τέσσερις "αρχές" που πρόβαλλε ο Επίκουρος:
Άφοβον ο θεός, ανύποπτον ο θάνατος•
και ταγαθόν μεν εύκτητον,
το δε δεινόν ευεκκαρτέρητον.

Φιλόδημος, Προς σοφιστάς, IV 10-14
και σε νεοελληνική απόδoση:
Ο θεός δεν είναι για φόβο (διότι η θεϊκή δύναμη δεν απειλεί εκ φύσεως), ο θάνατος δεν προκαλεί ανησυχία (διότι δεν υπάρχει μετά θάνατο ζωή)
και το καλό (ό,τι πραγματικά χρειαζόμαστε) εύκολα αποκτιέται,
το δε κακό αντέχεται (ό,τι μας κάνει να υποφέρουμε, εύκολα μπορούμε να το υπομείνουμε).



Έχει ο Θεός τη βούληση να εμποδίσει το Κακό αλλά δεν μπορεί;Άρα δεν είναι Παντοδύναμος. Μπορεί αλλά δεν θέλει;Τότε δεν είναι Πανάγαθος. Έχει τόσο τη βούληση, όσο και τη δύναμη να το εμποδίσει;Τότε από πού προέρχεται το Κακό; Δεν έχει ούτε τη βούληση ούτε τη δύναμη;Τότε γιατί τον λέμε Θεό;



Πάς ώσπερ άρτι γεγονώς εκ του ζην απέρχεται.
μτφρ: Ο καθένας φεύγει απ’ τη ζωή, σαν να ‘ρθε τώρα μόλις.

Ο θάνατος ουδέν προς ημάς· το γαρ διαλυθέν αναισθητεί· το δ' αναισθητούν ουδέν προς ημάς.
μτφρ: Ο θάνατος δεν είναι τίποτε για μας γιατί αυτό που αποσυντίθεται δεν έχει αισθήσεις και ό,τι είναι χωρίς αισθήσεις δεν είναι τίποτε για μας.


Μια φορά υπάρχουμε, δεν υπάρχει τρόπος να υπάρξουμε δυο φορές και μάλλον δεν θα υπάρξουμε ξανά ποτέ. Κι εσύ που δεν εξουσιάζεις το αύριο, αναβάλλεις τη χαρά. Και η ζωή πάει χαμένη με τις αναβολές και ο καθένας πεθαίνει απασχολημένος.


Ο θάνατος δεν θα πρέπει να μας απασχολεί, επειδή όταν εμείς υπάρχουμε, ο θάνατος δεν είναι παρών και όταν ο θάνατος είναι παρών, εμείς δεν υπάρχουμε.


Αν θέλεις να κάνεις κάποιον πλούσιο, μην του προσθέτεις χρήματα, να του αφαιρείς επιθυμίες.


Οὐθὲν γάρ ἐστιν ἐν τῷ ζῆν δεινὸν τῷ κατειληφότι γνησίως τὸ μηδὲν ὑπάρχειν ἐν τῷ μὴ ζῆν δεινόν. ὥστε μάταιος ὁ λέγων δεδιέναι τὸν θάνατον οὐχ ὅτι λυπήσει παρών͵ ἀλλ΄ ὅτι λυπεῖ μέλλων. ὃ γὰρ παρὸν οὐκ ἐνοχλεῖ͵ προσδοκώμενον κενῶς λυπεῖ.
  • Για εκείνον που κατανόησε πραγματικά ότι δεν υπάρχει τίποτε το φρικτό στο να μη ζει, δεν υπάρχει τίποτε το φριχτό στο να ζει. Επομένως, είναι ανόητος όποιος λέει ότι φοβάται το θάνατο, όχι επειδή θα υποφέρει όταν έρθει ο θάνατος, αλλά επειδή υποφέρει στη σκέψη ότι θα έρθει.

Τα όνειρα δεν έχουν θεία προέλευση ούτε δύναμη μαντική, αλλά προκαλούνται από σύμπτωση ειδώλων.



           Μάταιόν εστι παρά θεών αιτείσθαι ά τις εαυτώ χορηγήσαι ικανός εστι.
μτφρ: είναι μάταιο να ζητάς από τους θεούς αυτά που μπορείς να αποκτήσεις μόνος σου.  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου