Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2018

Μαρία Πολυδούρη - Γιάννης Χονδρογιάννης



Ο τελευταίος έρωτας της Μαρίας Πολυδούρη, του Σωτήρη Τριβιζά

Τον Νοέμβριο του 1928 η Μαρία Πολυδούρη γνωρίζεται, μέσω του κοινού τους φίλου Κώστα Παπαδάκη, με τον Κερκυραίο ποιητή Γιάννη Χονδρογιάννη.

Αφορμή για τη γνωριμία τους είναι η ποιητική συλλογή του Χονδρογιάννη Λυπημένα λουλούδια, που έχει κυκλοφορήσει το 1926 και που φτάνει τώρα, με δυο χρόνια καθυστέρηση, στα χέρια της ποιήτριας με τη μεσολάβηση πάντοτε του Παπαδάκη. Η μικρή συντροφιά κάνει τον περίπατό της στο Ζάππειο, κατηφορίζει την Πανεπιστημίου και καταλήγει σε μια ταβέρνα της οδού Θεμιστοκλέους. Τους ενώνουν κοινές ανησυχίες και κοινά καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα: έχουν σπουδάσει στη Νομική, έχουν γαλλική παιδεία, γράφουν στίχους. Τους ενώνει, πολύ περισσότερο, η κοινή ιδιοσυγκρασία: παρά τα είκοσι πέντε χρόνια τους, τα ποιήματά τους διατρέχει μια βαθύτατη θλίψη, μια πικρή αίσθηση απώλειας, η απειλή και συγχρόνως η επίκληση του θανάτου. Εκείνο το πρώτο βράδυ της γνωριμίας τους, ο Χονδρογιάννης υπόσχεται στην Πολυδούρη μια κριτική για τα ποιήματα που η τελευταία ετοιμάζεται να τυπώσει.

Πράγματι, ύστερα από έναν περίπου μήνα, τον Δεκέμβριο του 1928, κυκλοφορούν οι Τρίλλιες που σβήνουν και ο Χονδρογιάννης σπεύδει να τηρήσει την υπόσχεσή του: η κριτική του, που δημοσιεύεται στο περιοδικό Πνοή λίγες μόνο μέρες μετά την έκδοση του βιβλίου, είναι μία από τις πρώτες κριτικές που γράφονται για το έργο της Πολυδούρη και είναι σε τέτοιο βαθμό ενθουσιώδης και εγκωμιαστική, ώστε η διεύθυνση του περιοδικού νιώθει την ανάγκη να διαχωρίσει τη θέση της, διευκρινίζοντας ότι δεν απηχεί παρά τις απόψεις του συνεργάτη. «Κάποιος, αλήθεια, είπε, για κείνη την κριτική μου, πως μοιάζει μ’ ερωτικό γράμμα», παραδέχεται αργότερα ο Χονδρογιάννης στην αλληλογραφία.

Ως επακόλουθο της κριτικής, τον Ιανουάριο του 1929 ανταλλάσσονται δύο επιστολές μεταξύ της Πολυδούρη και του Χονδρογιάννη. Ο τόνος είναι θερμός, αλλά δεν υπερβαίνει τα τυπικά πλαίσια. Έπειτα, για μερικούς μήνες, τα ίχνη τους χάνονται και οι δρόμοι τους χωρίζουν. Θα συναντηθούν ξανά στα τέλη Απριλίου και θ’ αποφασίσουν μια σύντομη εκδρομή στον Πόρο. Φαίνεται πως σ’ αυτή την εκδρομή, που πραγματοποιήθηκε το Σαββατοκύριακο 27 και 28 Απριλίου του 1929, με τη συντροφιά του αναπόφευκτου Κώστα Παπαδάκη, άναψε μεταξύ τους η πρώτη ερωτική σπίθα. Ο Χονδρογιάννης περιγράφει γλαφυρά στο βιβλίο που έγραψε για την Πολυδούρη τις εντυπώσεις του από εκείνη την εκδρομή: «Το ότι, ένα δειλινό του Απρίλη, βρισκόμαστε τρεις άνθρωποι, δυο ονειροπαρμένοι νέοι και μια νέα ωραία γυναίκα, μόνοι κοντά στη θάλασσα, σ’ ένα νησάκι μακρυνό, μέσα σ’ ένα δωμάτιο, έφτανε για να γεμίσει την ύπαρξή μας με την ακαθόριστη εκείνη ευφροσύνη κάποιων ωρών που το βάρος του υλικού κόσμου γίνεται αλαφρότερο κι’ από ένα φτερό, διαλύεται όλο σε φως και αέρα». Σε λίγες μέρες, με την ευκαιρία της Πρωτομαγιάς, ακολουθεί μια δεύτερη φορά εκδρομή, στην Κηφισιά αυτή τη φορά. Ωστόσο, στον συνεσταλμένο και άβουλο Γιάννη Χονδρογιάννη θα χρειαστούν ακόμη δύο μήνες μέχρι να πάρει την απόφαση να εκδηλώσει τα ερωτικά του αισθήματα στην ποιήτρια. Έπειτα από δισταγμούς, αμφιβολίες, παλινωδίες, που αποτυπώνονται γλαφυρά στο προσωπικό του ημερολόγιο, ο Χονδρογιάννης στέλνει μια επιστολή στην Πολυδούρη, χρονολογημένη στις 24 Ιουνίου 1929, και της ορίζει ένα ερωτικό ραντεβού. Την επίμαχη μέρα του ραντεβού, το Σάββατο 29 Ιουνίου, και λίγο πριν την καθορισμένη ώρα της συνάντησης, λαμβάνει γραπτώς τη σπαραχτική απάντηση της ποιήτριας, που τότε ήδη νοσηλευόταν στη «Σωτηρία»: «Αγαπητέ κ. Χονδρογιάννη. Δυστυχώς δεν μπορώ να έρθω στο ραντεβού σας είμαι πολύ άρρωστη δε θα μπορούσα καν να κατεβώ απ’ το κρεββάτι μου. Βλέπετε… πρέπει να με λησμονήσετε, όπως τόσο φρόνιμα εκάματε έως τώρα. Είμαι μια αλυσσίδα από κόκκαλα, δεν πιστεύω να νομίζετε πως θα ’μουν ένα ωραίο στολίδι για την αγάπη σας! Αντίο Γιάννη – Μαρία».

Έτσι διατυπωμένη, η άρνηση της Πολυδούρη ελάχιστα απείχε από την κατάφαση. Ο Χονδρογιάννης το αντιλαμβάνεται αμέσως και επανέρχεται με δεύτερη επιστολή, χρονολογημένη την 1η Ιουλίου 1929, στην οποία θα απαντήσει έπειτα από δύο μέρες η ποιήτρια, ομολογώντας αυτή τη φορά τα αισθήματά της αλλά επιμένοντας, για προφανείς λόγους, στην άρνησή της. Είναι η αρχή μιας ερωτικής αλληλογραφίας που θα διαρκέσει ολόκληρο εκείνο το καλοκαίρι, μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 1929, διάστημα το οποίο ο Χονδρογιάννης θα περάσει στο χωριό του, το Σωκράκι της Κέρκυρας. Μάλιστα, πριν φύγει από την Αθήνα, περνάει από τη «Σωτηρία» για ν’ αποχαιρετήσει την ποιήτρια: «Την είχα ειδοποιήσει από την προηγούμενη πως θα πήγαινα το πρωί, γιατί το απόγευμα έφευγε το βαπόρι. Τη βρήκα ντυμένη στα ολόασπρα, στο κρεββάτι της αρρώστειάς της και η μοναχική κάμαρά της να ευωδιάζει από τ’ άνθη. Κάθησα αντικρύ της, σε μια πολυθρόνα. Σηκώθηκα από την πολυθρόνα αυτή μετά επτά ώρες. Μόλις πρόφθασα το βαπόρι που έφευγε».

Ιδωμένη από την απόσταση του χρόνου, η ερωτική αλληλογραφία μεταξύ του Χονδρογιάννη και της Πολυδούρη έχει πολλά να μαρτυρήσει, τόσο για τη φύση της σχέσης τους όσο και για τον χαρακτήρα των επιστολογράφων. Τα γράμματα του Χονδρογιάννη είναι μακροσκελή, γεμάτα λυρικές περιγραφές της ιδιαίτερης πατρίδας του, ενώ αφθονούν οι λογοτεχνικές, ιστορικές και μυθολογικές αναφορές («εκείνη η ανούσια εγκυκλοπαίδεια», όπως ονομάζει ειρωνικά η ποιήτρια όλη αυτή την επίδειξη γνώσεων). Αντιθέτως, τα γράμματα της Πολυδούρη είναι κατά κανόνα πιο σύντομα, νευρικά, και μαρτυρούν έξαψη και ψυχικές μεταπτώσεις, πράγμα που βεβαίως δεν είναι παράξενο αν αναλογιστούμε ότι τα γράμματα αυτά γράφονται στο κρεβάτι της «Σωτηρίας». Οι επιστολές του Χονδρογιάννη αποπνέουν συχνά ακαδημαϊκή ψυχρότητα, οι επιστολές της Πολυδούρη είναι γεμάτες συναίσθημα και πάθος. Στις ερωτικές εξομολογήσεις του ποιητή, που διατυπώνονται με περίτεχνα λογοτεχνικά σχήματα, αντιπαρατίθεται γυμνός ο σπαραγμός της ποιήτριας: «Γιατί με βγάλατε από τη γαλήνη μου, ήταν τόσο καλά καθώς δεν περίμενα τίποτα. Και για μένα δεν έχει μεσαίο βαθμό. Ή η γαλήνη του νεκρού, ή η αγωνία». Όσο για τον πληθυντικό, που επιμένει να χρησιμοποιούν στην αλληλογραφία τους ο Χονδρογιάννης, η Πολυδούρη είναι αμείλικτη: «Οι πληθυντικοί σου μου φαίνονται καραγκιοζιλίκια, προσποιήσεις, ψεύτικα πράμματα και μ’ αηδιάζουν».

Κατά τα άλλα, η αλληλογραφία τους έχει όλα τα στερεότυπα της ερωτικής αλληλογραφίας: αμοιβαίες εξομολογήσεις, περιγραφές ονείρων, φανταστικά ταξίδια στο Παρίσι και στη Βενετία, ερωτικούς καβγάδες που τους προκαλεί η αδιάκριτη παρουσία του κοινού φίλου (και επίδοξου αντίζηλου) Κώστα Παπαδάκη. Υπάρχουν, ωστόσο, σημεία όπου τα πρόσωπα απογυμνώνονται από τα ψιμύθια και τότε βγαίνει στην επιφάνεια ολόκληρη η τραγική διάσταση ενός έρωτα εξ αρχής καταδικασμένου. Κάποτε είναι η κραυγή που αφήνει να ξεσπάσει ελεύθερη σε κάποιο υστερόγραφο ο Χονδρογιάννης: «Μαρία, φωνάζω για τον έρωτα, όπως κάνει ο πνιγμένος, που πιάνεται, που κρέμεται, από τα μαλλιά του». Άλλοτε πάλι είναι ο τρόπος που δίνεται μια γυναίκα ερωτευμένη: «Δέξου την την αγάπη μου μ’ εμπιστοσύνη. Είνε αληθινή, είνε όμορφη, είνε δυνατή αφού μου γεμίζει την καρδιά μου ήλιο κ’ είμαι ένα πτώμα». Και πιο συχνά είναι το παράπονο για το όνειρο που έμεινε ανεκπλήρωτο, για τον έρωτα που έμεινε μόνο στα χαρτιά.

Γιατί, φυσικά, ο έρωτάς τους έμεινε μόνο στα χαρτιά. Οι φορές που ο Χονδρογιάννης συνάντησε την Πολυδούρη μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού. «Περισσότερο κι’ από τις συναντήσεις μας με την Πολυδούρη, μας ένωσαν οι μεγάλοι, οι χαώδεις χωρισμοί», σημειώνει ο ποιητής. Και, βέβαια, η σχέση τους υπήρξε από την αρχή μέχρι το τέλος πλατωνική. Η μόνη σωματική επαφή που μαρτυρείται από τον Χονδρογιάννη, είναι ο αποχαιρετισμός τους κατά την επίσκεψή του στη «Σωτηρία», τον Ιούλιο του 1929, «όταν, δίνοντάς της το χέρι να την αποχαιρετήσω, ύστερα από μιαν ολοήμερη παραμονή στο δωμάτιό της, με τράβηξε, καθώς είχε ανασηκωθεί στο κρεββάτι της, με τέτοια θέρμη κοντά της, σ’ ένα δόσιμο μιας βίαιης ερωτικής διάχυσης, από την οποία σχεδόν έντρομος αποσπάστηκα».

Ο Χονδρογιάννης πρόκειται να συναντήσει την Πολυδούρη για τελευταία φορά στις αρχές Μαρτίου του 1930, σε μια ιδιωτική κλινική στα Πατήσια, όπου είχε μεταφερθεί η ποιήτρια λόγω της ραγδαίας επιδείνωσης της υγείας της. Φαίνεται πως σ’ αυτό το νεκρό διάστημα, ανάμεσα στον Οκτώβριο του 1929 και στον Μάρτιο του 1930, κάτι έχει μεσολαβήσει και η σχέση τους έχει ραγίσει ανεπανόρθωτα. Η αλληλογραφία τους διακόπτεται – πράγμα που εκ πρώτης όψεως φαντάζει λογικό, εφόσον αυτό το χρονικό διάστημα ο Χονδρογιάννης βρίσκεται στην Αθήνα. Από την άλλη όμως πλευρά, δεν μαρτυρείται πουθενά η παραμικρή προσωπική επαφή μεταξύ τους. Μοναδική ίσως εξαίρεση αποτελούν τα γράμματα που ανταλλάσσονται τον Ιανουάριο του 1930 με την ευκαιρία της έκδοσης της δεύτερης ποιητικής συλλογής της Πολυδούρη Ηχώ στο χάος. Ωστόσο, τα γράμματα αυτά έχουν χαρακτήρα περισσότερο φιλολογικό και λιγότερο προσωπικό, ενώ ένας υπαινιγμός του Χονδρογιάννη ενισχύει την υπόθεση που διατυπώθηκε παραπάνω. Ανάμεσα στα ενθουσιώδη λόγια με τα οποία ο Χονδρογιάννης υποδέχεται το δεύτερο βιβλίο της ποιήτριας (λόγια που θα επαναλάβει στην κριτική που θα δημοσιεύσει στο περιοδικό Ελληνική Επιθεώρησις τον Μάρτιο του 1930), υπάρχει και η ακόλουθη αποκαλυπτική φράση: «Βλέπεις, η φτωχή αυτή καρδιά, που στη γυναίκα αντιτάσσει το παιδικό της πείσμα, στην ποιήτρια δε μπόρεσε τίποτα ν’ αντιτάξει». Πείσματα, λοιπόν, ερωτικά πείσματα. Ή μήπως δεν είναι ακριβώς έτσι;

Μια πιθανή αιτία γι’ αυτή την ξαφνική ψυχρότητα, αν και ίσως όχι η μοναδική, βρίσκεται στην έκδοση της δεύτερης ποιητικής συλλογής του Γιάννη Χονδρογιάννη, που έχει τίτλο Μυστικές Ημέρες και κυκλοφόρησε περί τα τέλη του 1929. Εκεί, ανάμεσα σε άλλα ποιήματα αφιερωμένα στην ποιήτρια, υπάρχει το παρακάτω άτιτλο οκτάστιχο, που φαίνεται ν’ αποτελεί και την αιτία της παρεξήγησης:

 Ήσουν το ρόδο της αυγής
 κ’ ήσουν το κρίνο της εσπέρας.
 Εφύσηξε κακός αγέρας
 και σ’ έχει ρίξει καταγής.

 Ήσουν νεράκι της πηγής
 κ’ ήσουν λαμπρός στη φύση αιθέρας…
 Τώρα τ’ ανείπωτο είσαι τέρας.
 Και να πεθάνεις πόσο αργείς!

Φαίνεται πως η Πολυδούρη στο συγκεκριμένο ποίημα αναγνώρισε τον εαυτό της. Ο Χονδρογιάννης καταγράφει την εκδήλωση της πικρίας της κατά την τελευταία του επίσκεψη στην ιδιωτική κλινική όπου νοσηλευόταν: «Στο τέλος, ανέσυρε κάτου από το μαξιλάρι της το τελευταίο βιβλίο μου, τις Μυστικές Ημέρες, μου τις έδειξε και μου είπε: “Εγώ ξαίρω, ότι εκτός από τα ποιήματα που φαίνονται πως είναι γραμμένα για μένα, υπάρχουν και άλλα πολλά, που είναι χωρίς να φαίνονται, αλλά εγώ τα ξαίρω κι αυτά” και χαμογέλασε πικρά, πετώντας το βιβλίο στο κρεββάτι της».

«Ας σημειώσω εδώ», συνεχίζει ο Χονδρογιάννης, «ότι κάτι τέτοιο είχε πει και στον Κώστα και συγκεκριμένα του είχε παραπονεθεί με πικρία ότι [αυτό] το ποίημα από τις Μυστικές Ημέρες το είχα γράψει για κείνη. Τότε διαμαρτυρήθηκα έντονα στον Κώστα και τον παρακάλεσα να της πει ότι δεν μπορούσα ποτέ να γράψω κάτι τέτοιο για τη Μαρία, και ότι το ποίημα αυτό, όπως είναι και η αλήθεια, ήταν γραμμένο για μένα τον ίδιο. Αλλά, καθώς μου είπε ο φίλος μου, η Μαρία δεν ήθελε να το πιστέψει».

Ίσως αυτή να είναι η αιτία της ψυχρότητας που αναπτύχθηκε ανάμεσα στους δύο ερωτευμένους, ίσως αυτός να είναι ο λόγος που εκείνο το βράδυ της τελευταίας τους συνάντησης δίνουν απλώς τα χέρια και χωρίζουν θεληματικά «χωρίς συγκίνηση». Ο Χονδρογιάννης δεν πρόκειται να ξαναδεί την Πολυδούρη. Σ’ έναν περίπου μήνα η ποιήτρια θα του στείλει στους Γαργαλιάνους, όπου ο ποιητής υπηρετεί πια ως ειρηνοδίκης, τη φωτογραφία της με την αφιέρωση «για να με γνωρίσεις και όχι να με θυμάσαι» και λίγες μέρες αργότερα ο Χονδρογιάννης θα πληροφορηθεί τον θάνατό της. Στο διάστημα που μεσολαβεί, έχει προλάβει να της στείλει δυο γράμματα σε μια ύστατη προσπάθεια ν’ αποκαταστήσει τις σχέσεις τους. Τα γράμματα αυτά δεν βρέθηκαν ποτέ. Φαίνεται πως ήταν ανάμεσα στα χαρτιά που έσκισε η ποιήτρια την παραμονή του θανάτου της ή πως καταστράφηκαν από τους κληρονόμους της.

Αυτό είναι το χρονικό ενός καταδικασμένου έρωτα, του τελευταίου έρωτα της Μαρίας Πολυδούρη. Ο Γιάννης Χονδρογιάννης, που θα πεθάνει σχεδόν εξήντα χρόνια αργότερα, δεν θα λησμονήσει ποτέ τη σχέση του με την ποιήτρια. Το 1975 θα συγκεντρώσει μάλιστα τις αναμνήσεις του και την ερωτική τους αλληλογραφία στον τόμο Η Μαρία Πολυδούρη μετά τον Καρυωτάκη.





Μ. Πολυδούρη

Μ. Πολυδούρη: «Το πιο λεπτό άνθος με το πιο δυνατό άρωμα»


Το πιο λεπτό άνθος με το πιο δυνατό άρωμα μέσα σ’ όλη τη νεοελληνική ποίηση», όπως την αποκάλεσε ο Γιάννης Χονδρογιάννης, γεννήθηκε την 1η Απριλίου 1902 στην Καλαμάτα.
Κόρη του φιλόλογου Ευγένιου Πολυδούρη και της Κυριακής Μαρκάτου, μιας γυναίκας με πρώιμες φεμινιστικές ανησυχίες, η Μαρία Πολυδούρη τέλειωσε το γυμνάσιο στην Καλαμάτα, γράφτηκε στη Νομική Σχολή Αθηνών χωρίς να ολοκληρώσει ποτέ τις σπουδές της και, στη συνέχεια, εργάστηκε ως υπάλληλος σε διάφορες νομαρχίες.
Δεν σταμάτησε να γράφει παράλληλα ποιήματα, μέχρι το θάνατό της σε ηλικία 28 ετών, στις 29 Απριλίου 1930.
Η Μαρία Πολυδούρη έγραψε δυο ποιητικές συλλογές: «Τρίλιες Που Σβήνουν» και «Ηχώ Στο Χάος». Η επιρροή της σχέσης της με τον Κώστα Καρυωτάκη στη ζωή και το έργο της είναι έντονη.
Με στίχους ατημέλητους, γεμάτους μελαγχολία, ρέμβη και διάθεση για φυγή, όπως τους περιγράφει η Έλλη Αλεξίου στο εισαγωγικό σημείωμα του βιβλίου «Πολυδούρη: Ποιήματα», η ποιήτρια αποτελεί μια μορφή πολύ δύσκολης αντιμετώπισης. Γιατί ενώ έλκει ισχυρά το μελετητή, να τη πλησιάσει και να εμβαθύνει στη προσωπικότητά της, την ίδια στιγμή δε τον βοηθάει, καθώς ήρθε κι έφυγε από τη ζωή σαν αστραπή, χωρίς να προσγειωθεί κι υπάρξει σα συνηθισμένος άνθρωπος.
Το 1920, η Πολυδούρη χάνει σε διάστημα 40 ημερών και τους δύο γονείς της. Οι τύψεις για την απουσία της από το πλευρό της μητέρας της κατά το θάνατό της θα την ακολουθούν πάντα.
...Δεν σ' ένιωσα πριν να σε χωριστώ
μα η θύμησή σου ακέρια που μου μένει,
μου δείχνει εμένα, εκεί να εξιλαστώ
για πάντα θλιβερή μετανοιωμένη, έγραφε για τη μητέρα της.
Δύο χρόνια αργότερα, κι ενώ εργάζεται στη Νομαρχία Αθηνών γνωρίζει το συνάδελφό της Κ. Καρυωτάκη, ο οποίος έχει ήδη δημοσιεύσει δύο ποιητικές συλλογές, τον «Πόνο των ανθρώπων και των πραμάτων» (1919) και τα «Νηπενθή» (1921). Όταν το καλοκαίρι του 1922 μαθαίνει ότι ο Καρυωτάκης έχει προσβληθεί από σύφιλη, αρνείται να χωρίσουν και του ζητά να παντρευτούν, χωρίς να κάνουν παιδιά. Τελικά, χωρίζουν καθώς ο Καρυωτάκης αρνείται να δεχτεί τη θυσία της.
Το καλοκαίρι του 1926 αποφασίζει να φύγει για το Παρίσι, ένα ταξίδι που σύμφωνα με αρκετούς έγινε για να κάνει επίδειξη αδιαφορίας στον Καρυωτάκη που η άρνησή του στη πρότασή της για γάμο, είχε τραυματίσει την αξιοπρέπειά και τον εγωισμό της.
Επιστρέφει στην Αθήνα αφότου έχει προσβληθεί από φυματίωση, όπου νοσηλεύεται στο νοσοκομείο «Σωτηρία». Εκεί μαθαίνει για την αυτοκτονία του Καρυωτάκη και γνωρίζεται για λίγο με το Ρίτσο, στον οποίο αφιερώνει το ποίημα «Θυσία». Στις 30 Απριλίου 1930 χάνει τη μάχη με τη ζωή στην Κλινική Χριστομάνου. Ωστόσο, ο Γιάννης Χονδρογιάννης και η Λιλή Ζωγράφου, που της έγραψε τη πιο εμπεριστατωμένη κι ολοκληρωμένη μονογραφία, αποδέχονται την εκδοχή πως αυτοκτόνησε με ενέσεις μορφίνης.
Μαρία Πολυδούρη: Περί Αυτοκτονίας
Αυτός που αυτοκτονεί γιατί του ήρθε μια μεγάλη λύπη στη ζωή, αυτός είνε ένας ανάξιος της ζωής, δεν έπρεπε να τον έχη δεχτή καθόλου. Είνε ένας μικρόψυχος. Εξαιρώ όσους αυτοκτονούν γιατί είνε άρρωστοι, είτε σωματικά, είτε ψυχικά. Φυσικά είνε ταπεινωτικό να ζη κανείς στο περιθώριο της ζωής, κι’ όμως να ζη! Μα δεν πρόκειται γι’ αυτούς, τώρα. Ο πόνος είνε το φριχτό και το μεγάλο δώρο. Να τον δεχτής για να στραγγίσης τη ζωή ως την τελευταία σταγόνα. Να τον δεχτής για να παλαίψης, ο αγώνας είνε η ζωή. Η αντίδρασή σου σε κάθε χτύπημα είνε μια νίκη, όσο κι αν χάνεις λίγο λίγο έδαφος, γιατί βέβαια εσύ θα εξαντληθής όχι η ζωή. // Μα αυτή η απεγνωσμένη προσπάθεια, το κατανάλωμα της ψυχής μας, της ζωής μας όλης, τι αφάνταστα φριχτό και τι σεμνά μεγαλειώδες! «Καθήκον» λέξις τριμμένη, σχεδόν χωρίς ουσία και μισητή. Τι ανύψωμα θάπρεπε να της δώσω, τι ντύσιμο να της κάνω –μάλλον τι ξεντύσιμο- για να τη δώσω στον αγώνα της ζωής! Ένα καθήκον ευγενείας. Είνε ευγένεια το δόσιμο στην καταστροφή της ζωής. Πόσες γωνιές της ψυχής σου θα φωτισθούν, τι εξαϋλωμα, εξαγίασις ο σπαραγμός, η συντριβή, η ταπεινωσύνη. Στο βάθος του πόνου ολοένα, που να τελειώνουν όλα μπρος στα μάτια σου, που να σου λείπει η πνοή, που να νιώθης κάθε στιγμή τη λόγχη στα σπλάχνα, έτσι πέρνεται η μεγάλη γαλήνη της μορφής και το φωτοστέφανο της Ζωής: ένας άξιος άνθρωπος! Έτσι μόνο θ’ αξιωθής, όταν η μεγάλη στιγμή φτάση, να καταλάβεις βαθιά ότι έζησες, ότι τη Ζωή την πήρες όλη, ότι τόσο την εξάντλησες, ώστε αν κανείς σου πρότεινε ένα ξαναγύρισμα να αρνηθής με κάθε ειλικρίνεια και απλότητα. [Αυτή είνε η μεγάλη στιγμή. Η αναμονή του θανάτου για τη δικαίωση, την ανάπαυση, απέριττη και ωραία.
Μαρία Πολυδούρη - Ἀνεπίδοτη ἐπιστολὴ
Ἀγαπητοὶ φίλοι!
Ἴσως τὸ γράμμα αὐτὸ νὰ μὴν διαβαστεῖ ποτέ, ἀπὸ κανέναν, ἀλλὰ στ᾿ ἀλήθεια δὲ μὲ νοιάζει. Ἴσως μέχρι νὰ φτάσει στὰ χέρια σας νἄχω πειὰ ὁλότελα ξεχαστῆ ἀπ᾿ ὅλους. Ἀλλά, οὔτε δὰ κι᾿ αὐτὸ τὸ τελευταῖο μὲ νοιάζει. Ἐξάλλου, δὲν ἔχω καὶ πολλὰ νὰ σᾶς πῶ, θέλω μόνο νὰ σᾶς θυμίσω ὅτι κάποτε ὑπῆρξα. Κάποτε ὑπῆρξα κι᾿ ἤμουν καὶ ζωὴ καὶ θάνατος μαζί. Καὶ ζωὴ καὶ Χάρος ἤμουν!
Ἔζησα, τὁμολογῶ, μιὰ ζωὴ δηλητηριασμένη, γι᾿ αὐτὸ θαρρῶ ἀποφάσισα νὰ τὴν ἐγκαταλείψω. Ἐκεῖνο ποὺ γιὰ τοὺς ἄλλους ἤτανε ζωή, γιὰ μένα θάνατος ἦταν. Γεννιόμουνα καὶ πέθαινα κάθε μέρα, ὥρα καὶ στιγμή. Ζοῦσα μὲ τὸ θάνατο, ζοῦσα γιὰ νὰ πεθάνω, μὰ τουλάχιστον δὲ ζοῦσα νεκρὴ ὅπως οἱ γύρω μου, τὰ μικρὰ ἀστεῖα ἀνθρωπάκια ποὺ λέγαν πὼς μ᾿ ἀγάπησαν, κι᾿ ἂς μὴν μπόρεσαν ποτέ, κι᾿ ἂς μὴν τόλμησαν ποτὲ νὰ διαβάσουν τὴν ψυχὴ ποὔκρυβε περίσσιο φῶς καὶ σκοτάδι μέσα της. Κατὰ βάθος μὲ φοβόντουσαν καὶ δὲν ἀργοῦσαν νὰ τραποῦν εἰς ἄτακτον φυγήν. Δὲν ἄντεχαν νὰ μὲ κοιτοῦν κατάμματα, μὴν τύχει καὶ τοὺς κλέψω τὴν ψυχή τους.

Ἀγαπήθηκα, ἀγαπήθηκα πολύ, μὰ μπορεῖ ποτὲ κανεὶς νὰ φαντασθῆ ὅτι λυπόμουνα βαθειὰ ὅταν καταλάβαινα ὅτι μ᾿ ἀγαποῦσαν; Ἐγώ, ἴσως νὰ μὴν ἀγάπησα ἀρκετά, ὄχι ὅσο ἔπρεπε. Τὸν ἰδανικό μου ἔρωτα θαρρῶ τὸν ἔζησα στὴ φαντασία μου. Ἡ ψυχή μου καὶ ἡ ἀγάπη γεννήθηκαν τὴν ἴδια μέρα. Αὐτὸ τὸ ἔνιωθα μέσα μου, κι᾿ ὅμως δὲν πίστευα ὅτι θὰ ὑπῆρχε μέρα ποὺ θὰ μοῦ ἀποδείκνυε ὅτι ἀγαποῦσα ἀληθινά. Δὲν εἶνε στ᾿ ἀλήθεια τραγικό, μιὰ μεγάλη εἰρωνεία, νὰ μιλοῦν γιὰ τὴν ἀγάπη ἄνθρωποι ποὺ δὲν τὴν γνωρίζουν καὶ νὰ σιωποῦν ἐντελῶς κεῖνοι ποῦ νοιώθουν τὴν ψυχή τους νὰ πνίγεται στὸ πόνο της;
Πολλοὶ λέγαν ὅτι ζοῦσα μεσ᾿ στὸ κεφάλι μου. Κάτι ἔπρεπε νὰ ποῦν κι᾿ αὐτοί... Πῶς ἄλλως θὰ μὲ κατέτασσαν σὲ συγκεκριμένη κατηγορία ἀνθρώπων; Ἄνθρωποι, ἀνθρωπάκια! Ἡ ζωὴ ἕνα τεράστιο ψέμα ποὺ ἄλλοι τὸ ἀγαπᾶνε κι᾿ ἄλλοι - οἱ λίγοι - προσπαθοῦν νὰ τὸ κάνουν ἀληθινὴ ζωή. Ἐσεῖς, ἀγαπητοὶ ἄγνωστοί μου φίλοι, πῶς ζεῖτε; Ζεῖτε; Μιὰ φάρσα, αὐτὸ ἦταν ἡ δικιά μου ζωή. Κανεὶς δὲν τὴν κατάλαβε. Γεννήθηκα χωρὶς νὰ τὸ θέλω, ἔζησα στὸ περίπου, καὶ σκηνοθέτησα τὸ θάνατό μου. Κι᾿ ὅμως ἀγαποῦσα τὴ ζωή, ἀλλὰ πάντα αὐτὴ μοὔπαιρνε ὅ,τι ἄλλο ἀγαποῦσα. Μοῦ ἔλειπε πάντα μιὰ καρδιὰ ποὺ νὰ πονῆ γιὰ μένα. Κι ἦταν δύσκολο, δύσκολο πολὺ νὰ ζῶ μονάχη μου μέσ᾿ σἕνα κόσμο τόσο παράλογα προσκολλημένο στὰ μικρά της ζωῆς καὶ στὸ τίποτα. Ἤμουνα σὰν παράσιτο, σὰν μαῦρο ξωτικὸ ποὺ ἔχασε τὸ δρόμο κι᾿ ἀντὶ νὰ ταξιδέψει στὸν ὀνειροκόσμο του, ξέπεσε σὲ τούτη δῶ τὴ γῆ. Μάλιστα, κάποια φορά, κάποιος μὲ ρώτησε κρυφὰ ἂν εἶμαι χήρα σὰν φοροῦσα μαῦρα βαρειά. Ἐγέλασα. Ἀλήθεια ἦταν! ἂν μάντεψε τὴν ψυχή μου, καλὰ τὴν ὠνόμασε χήρα...
Εἶνε ποὺ θὰ παρακαλοῦσαν νὰ εἶχαν ζήσει στὴν ἐποχή μου. Ἐγώ, θἄθελα νὰ ζήσω σὲ κάποιαν ἄλλην ἐποχή. Ἔζησα ἀνάμεσα σὲ μιὰ γενειὰ ἡττημένη. Κάποιοι ἀπό μας κάναν τὸν πόνο στίχο, τὴν ὀργὴ τραγούδι, ἀλλὰ κανεὶς δὲν τόλμησε... - οὔτ᾿ ἀπὸ μᾶς οὔτ᾿ ἀπ᾿ τοὺς ἄλλους - δὲν τόλμησε νὰ νὰ ξεφύγει ἀπ᾿ τὸ χαραγμένο μονοπάτι, δὲν τόλμησε νὰ πεῖ ὅ,τι στ᾿ ἀλήθεια σκεφτότανε, δὲν τόλμησε νὰ κάνει ὅ,τι στ᾿ ἀλήθεια ἤθελε νὰ κάνει. Οἱ περισσότεροι ἦταν - εἴμασταν - δειλοὶ ποὺ ᾿ψαχναν ἁπλὰ ναύρουν τὴν αὐτοεπιβεβαίωσή τους. Κάτι νέοι σκυθρωποὶ κι᾿ ἀνάπηροι. Ὀλίγοι γέροι μὲ κακόβουλο ὕφος. Κάτι δεσποινίδες σαλατολόγοι καὶ ὑπερφίαλοι... Ἀπόκληροί της ἀντίληψης... Κι᾿ ὅμως ἀνάμεσα σ᾿ αὐτοὺς ἦταν καὶ ὁ Κ., ὁ μόνος ποὺ θὰ μποροῦσε ποτὲ νὰ μὲ καταλάβει, ἀλλὰ οὔτε καὶ κεῖνος τόλμησε... Μοὖπε μάλιστα, πὼς μὲ λυπόταν γιατί τὸν ἀγαποῦσα... ὅτι ἤμουνα γι᾿ αὐτὸν μιὰ παρηγοριά. Τὄχε ἡ ἐποχή, κανεὶς δὲν ἦταν ὁ ἑαυτός του! Γι᾿ αὐτὸ θαρρῶ καὶ ἔζησα τόσο μόνη, κι᾿ ἂς εἶχα πάντοτε κάποιους νὰ μὲ συντροφεύουν, ἀδέλφια μου σένα πόνο ποὺ δὲ θὰ μποροῦσαν ποτὲ νὰ συλλάβουν. Ἔκαναν τὰ πάντα γιὰ μέ, ἀλλὰ ἡ ἀγάπη τους ἦταν μιὰ θυσία ποὺ ποτὲ δὲν δέχτηκα μὲ εὐμένεια κι᾿ οἱ ἀνησυχίες τους χειροπέδες γιὰ μένα. “Πόσο εἶνε ἀστεία ἡ ζωὴ μὰ καὶ πόσο ἀστειότεροι εἴμαστε μεῖς ποὺ τὴν ἀνεχόμαστε τέτοια”, ἔγραψα, θυμᾶμαι, κάποτε στὸ ἡμερολόγιό μου...
Μά, ἀπὸ τότε ἔχουν πειὰ περάσει χρόνια. Πόσα, δὲν ξεύρω, ἀφοῦ ὁ χρόνος δὲν ἔχει πειὰ γιὰ μὲ καμμία σημασία. Τώρα, εἶμαι κάπου ἀλλοῦ καὶ ζῶ - ἂν τούτη δῶ ἡ κατάσταση θεωρεῖται ζωὴ - μέσ᾿ ἀπ᾿ τὶς ἀναμνήσεις μου. Ξεφυλλίζω τὰ τετράδια τοῦ μυαλοῦ καὶ κυττάζω πίσω. Ὅλα ζητάω τὰ χαμένα, τὶς μικρὲς στιγμές, τὸν ἀγαπημένο... Γυρνῶ τὸ βλέμμα καὶ τὸν κυττάζω πάντα τὸ δρόμο ποὺ ἀφήσαμε. Εἶνε μακρύς, σκοτεινός, γεμάτος δυσκολίες καὶ φρίκη... εἶνε τόσο μακρύς, τόσο δύσκολος... κι᾿ ὅμως - θεὲ συγχώρεσέ με - θὰ τὸν ἔπερνα μὲ τὴν καρδιὰ γεμάτη δάκρυα καὶ μεταμέλεια... Μὲ τὴν καρδιὰ δεμένη μὲ τὰ σίδερα τῆς ἁμαρτίας θὰ ξεκινοῦσα νὰ σ᾿ εὕρω μοναδικὴ κι᾿ ἀξέχαστή μου ἀγάπη... Δὲ θέλω τίποτε ἄλλο, μόνο νὰ φτάσω, νὰ σταθῶ κοντά σου τόσο ποὺ φτάνει γιὰ νὰ ἰδῶ... νὰ ἰδῶ τὸ πρῶτο βλέμμα σου ἐκεῖνο ποὺ μοῦ ᾿ριχνες σὰν ἔφτανα... τὶς μικροῦλες ὅλες ἐκεῖνες ρυτίδες στὸ πρόσωπό σου... νὰ ἰδῶ τὰ χέρια σου ν᾿ ἁπλώνονται σὲ μένανε νὰ μὲ ἀγκαλιάσουν... νὰ ἰδῶ... νὰ νοιώσω τὸ φίλημά σου... Εἶνε τόσο μεγάλος ὁ καϋμὸς καὶ εἴμεθα τόσο μικροὶ ἕνας-ἕνας ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι ποὺ τὸν ἀποτελοῦμεν...
Τὰ λόγια αὐτὰ ἴσως νἀκούγονται σὰν παραλήρημα ἑνὸς ἑτοιμοθανάτου, μά, ἀλοί, δὲν μπορῶ νὰ πεθάνω ἀφοῦ εἶμαι ἀπὸ χρόνια πειὰ νεκρή. Ὅσο ζοῦσα, ὅσο ἔζησα, ἤμουνα παιδί. Ἤμουνα ἕνα παιδὶ ἄμυαλο, μπορῶ νὰ τὸ παραδέχωμαι ἀλλὰ καὶ ποιὸ παιδὶ δὲν εἶνε ἄμυαλο; Ἕνα παιδὶ εἶμαι ἀκόμη... Ἕνα παιδὶ ποὺ γράφει σὲ σᾶς, τοὺς ἄγνωστούς του φίλους, γιὰ νὰ τοὺς πεῖ: νὰ μείνετε πάντα παιδιά, κι᾿ ἂν εἶνε δυνατὸν ἄμυαλα παιδιά. Νὰ ζήσετε τὴ ζωή σας μὲ τρέλλα, νὰ ζήσετε παράλογα, νὰ σκοτώσετε τὴ λογικὴ ποὖνε ὁ φονιὰς τῆς χαρᾶς καὶ τῆς ζωῆς, νὰ τολμήσετε νὰ κάνετε τὰ δύσκολα, τὰ μεγάλα, τὰ σημαντικά, ν᾿ ἀκολουθήσετε τὰ δύσβατα μονοπάτια, ν᾿ ἀφήσετε νὰ θρονιαστεῖ στὴν καρδιά σας γιὰ πάντα ἡ ἄνοιξη καὶ τὸ χαμόγελο στὰ χείλη, ν᾿ ἀγαπήσετε μὲ πάθος καὶ νὰ καεῖτε ἀπ᾿ τὴ φλόγα τῆς ἀγάπης σας, νὰ κάνετε τὸν πόνο, τὴ χαρά, τὴν κάθε σας στιγμὴ τραγούδι, κι᾿ ὅταν ἔρθ᾿ ἡ ὥρα ἡ στερνὴ νὰ πεθάνετε ὄχι ἀπὸ πλῆξι, ἀλλὰ ἀπὸ εἰλικρίνεια ὅπως ὁ φίλος τζίτζικας, ποὺ τόσο ὡραία τὰ ἔλεγε μὰ μεῖς τὰ παίρναμε γιὰ γκρίνια...
Τώρα, καθὼς γράφω τὶς τελευταῖες γραμμές, κυττῶ πίσω καὶ ἀντιλαμβάνομαι πόσο στάθηκα τυχερή: ἔζησα ἐλεύθερη ὅσο καμμιὰ ἄλλη γυναίκα τῆς ἐποχῆς μου, ἔκανα πράγματα ποὺ δὲν ἔκανε καμμιὰ ἄλλη, κι᾿ ἀγαπήθηκα ὅσο λίγες. Καί, δὲν τὸ ξεχνῶ, καθὼς τὸ βλέμμα μου ἔσβηνε, ἐκείνη τὴ μελαγχολικὴ αὐγούλα τ᾿ Ἀπρίλη, δὲν ἤμουν πειὰ μόνη. Νέοι ποὺ μ᾿ ἀγάπησαν ἦρθαν νὰ μ᾿ ἀποχαιρετήσουν καὶ φίλες γκαρδιακὲς στὸ προσκεφάλι μου ἕνα τελευταῖο τραγούδι νὰ μοῦ χαρίσουν...
Αὐτὸ εἶναι τὸ γράμμα μου στὸν κόσμο ποὺ ποτὲ δὲν ἔγραψε σὲ μένα, ὅπως λέει κι᾿ ἡ καλή μου φίλη.

Μὲ ἀγάπη
Μαρίκα Πολυδούρη



Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2018

Μαρία Πολυδούρη: Η πριγκίπισσα της θλίψης

polidouri1

 Μαρία Πολυδούρη είναι μια μορφή πολύ δύσκολης αντιμετώπισης. Γιατί ενώ έλκει ισχυρά τον μελετητή να την πλησιάσει και να εμβαθύνει στην προσωπικότητά της, την ίδια στιγμή δεν τον βοηθάει. Καθώς ήρθε κι έφυγε από τη ζωή σαν αστραπή, χωρίς να προσγειωθεί και να υπάρξει σαν συνηθισμένος άνθρωπος.

Όταν παρακολουθήσουμε την πορεία του βίου της, όταν μελετήσουμε την ποίησή της, όταν εντρυφήσουμε λέξη προς λέξη στα ημερολόγια τα δικά της και των ανθρώπων που την αγάπησαν και την γνώρισαν,  η σκέψη μας είναι κατάμεστη από όλα αυτά τα συγκεντρωμένα στοιχεία… Τότε δηλαδή που ο μελετητής πιστεύει πως είναι έτοιμος να καταστρώσει τα συμπεράσματά του, τότε ακριβώς αντιλαμβάνεται πόση προβληματική παρουσιάζει η προσωπικότητα της Μαρίας Πολυδούρη.

Θα ήταν ασέβεια, αν όχι και άγνοια και επιπολαιότητα, ή όλα μαζί, αν επιχειρούσαμε να διατυπώνουμε με τον καθιερωμένο τρόπο τις κρίσεις μας για την Πολυδούρη. Όπως δηλαδή γίνεται με τους επιβεβλημένους κορυφαίους της διανόησης. Με κείνα τα τυπικά: πού γεννήθηκε, τι σπούδασε, ποιους επηρεασμούς δέχτηκε, ποιες οι επαγγελματικές ή οι εξωεπαγγελματικές του απασχολήσεις, οι κλίσεις του, οι ιδεολογικοί του προσανατολισμοί, ποιο το οικογενειακό του περιβάλλον, κλπ… Θα βγούμε έξω από την περιοχή, μέσα στην οποία περιδιαβάζει η Μ. Πολυδούρη. Ποιος μπόρεσε ποτέ να δώσει τη βιογραφία ενός αηδονιού, ενός χελιδονιού…

Ωστόσο, ας καταθέσουμε ότι μπορέσαμε να συγκεντρώσουμε.
Η Μαρία Πολυδούρη γεννήθηκε στην Καλαμάτα το 1902. Ο πατέρας της ήταν καθηγητής, για την μητέρα της ξέρουμε πως ήταν καλή και τρυφερή μάνα και πως η Μαρία δεν μπόρεσε ποτέ να θεραπευθεί από τις τύψεις που την παίδευαν γιατί είχε αφήσει άρρωστη τη μητέρα της, η οποία και πέθανε κατά την απουσία της Μαρίας. Οι βασανιστικές τύψεις γίνηκαν η αφορμή να γράψει η Μαρία το ποίημα το αφιερωμένο στην τρυφερή πονεμένη μάνα:

«… Δεν σ’ ένοιωσα πριν να σε χωριστώ
μα η θύμησή σου ακέρια που μου μένει,
μου δείχνει εμένα, εκεί να εξιλαστώ
για πάντα θλιβερή μετανοιωμένη.»

Έπειτα, έβγαλε το Γυμνάσιο Φιλιατρών και, στη συνέχεια, πήγε στην Αθήνα, όπου συνέχισε τις σπουδές της στο Πανεπιστήμιο. Είχε εγγραφεί στη Νομική Σχολή αντί της Φιλοσοφικής που ήταν η προτίμηση του πατέρα. Μαθαίνουμε επίσης πως σαν φοιτήτρια γνωρίστηκε και με τον Καρυωτάκη. Και ο μεν Καρυωτάκης φοίτησε κανονικά και στα κανονικά χρονικά όρια πήρε το δίπλωμά του ενώ η Μαρία δεν ολοκλήρωσε ποτέ τις πανεπιστημιακές της σπουδές.

Στην Αθήνα, στον λίγο χρόνο που ζει τη φοιτητική της ζωή, η Μαρία έχει επιτύχει κάποιο διορισμό σε δημόσια υπηρεσία, που συνεχίζεται και μετέπειτα για λίγο διάστημα. Αλλά καθώς οι μέρες της κυλούν ανέμελα, με απουσίες από την υπηρεσία της, με αταξία και ασυνέπεια, έτσι που να έχει δημιουργηθεί η εντύπωση πως πρόκειται για υπάλληλο αργόμισθο, ύστερα από λίγο χρονικό διάστημα παύεται από την υπηρεσία της, απομένοντας στην Αθήνα στερημένη των απαραίτητων υλικών μέσων.

Τώρα, ξέρουμε πως, παρά τις δυσκολίες τις οικονομικές κείνου του καιρού, η Μαρία, όντας κάτοχος ενός ακίνητου στην Καλαμάτα, προβαίνει στην εκποίησή του και με το συγκεντρωμένο ποσό αποφασίζει να φύγει για το Παρίσι. Πολλά ειπώθηκαν για το ταξίδι αυτό… Όλα αδέσποτα σχόλια από τους ανθρώπους τους απλοϊκούς, τους ανίδεους, τους ανίκανους ν’ ανέβουν πάνω από τα καθιερωμένα της καθημερινότητας. Ειπώθηκε πως έφυγε για να κάνει επίδειξη αδιαφορίας στον Καρυωτάκη, που η άρνησή του στην πρότασή της για γάμο είχε τραυματίσει την αξιοπρέπειά της, τον εγωισμό της. Κείνην ακριβώς την εποχή, είχε αρραβωνιαστεί ένα νέο αξιόλογο επιστήμονα… και έφυγε χωρίς και με αυτόν να εξηγηθεί.

Ωστόσο, υπάρχουν και τα γνωστά και αναμφισβήτητα: ότι είχε αρρωστήσει στο Παρίσι και για ορισμένο χρονικό διάστημα νοσηλεύτηκε σε νοσοκομείο και ότι όταν επέστρεψε στην Αθήνα, τόσο από πλευράς υγείας όσο και από πλευράς οικονομικής επάρκειας, η κατάστασή της ήταν τραγική. Επεδίωξε και πέτυχε την είσοδό της στην Σωτηρία, το έσχατο τότε καταφύγιο των φυματικών, με ανεπαρκή τα οικονομικά μέσα, όχι τόσο λόγω της κλονισμένης της υγείας, όσο για να έχει εξασφαλισμένη κάποια στέγη και διατροφή.

Το 1928, επιστρέφει από το Παρίσι. Στις αρχές του 1929, η Πολυδούρη εκφράζεται ενθουσιαστικά για τον τόμο ποιημάτων «Λυπημένα Λουλούδια», του Γιάννη Χονδρογιάννη. Την ίδια χρονιά, κυκλοφορούν τα ποιήματά της «Τρίλλιες που σβήνουν». Στα τέλη του 1929, κυκλοφόρησε το δεύτερο βιβλίο της Πολυδούρη «Ηχώ στο χάος».
Στις «Τρίλιες που σβήνουν», υπάρχει ένα τραγούδι της Μαρίας Πολυδούρη που αρχίζει με το στίχο:

«Θα πεθάνω μιαν αυγούλα μελαγχολική του Απρίλη…»

Πέθανε στις 30 του Απρίλη του 1930. Κάποιοι αποδέχονται την εκδοχή ότι αυτοκτόνησε με ενέσεις μορφίνης.

Το έργο "Μόνο γιατί μ' αγάπησες"
Το ποίημα ανήκει στη συλλογή «Οι τρίλιες που σβήνουν» (1928). Αποτελεί μια λυρική ελεγεία στην οποία η Πολυδούρη υμνεί την αγάπη που ένιωσε για κάποιον. Αν και το πρόσωπο δεν προσδιορίζεται, καταλαβαίνουμε ότι πρόκειται για τον μεγάλο της έρωτα, τον Κώστα Καρυωτάκη.

Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες
στα περασμένα χρόνια.
Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα
και σε βροχή, σε χιόνια,
δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες.

Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου
μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα,
μόνο γι’ αυτό είμαι σαν κρίνο ολάνοιχτο
κι έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα,
μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου.

Μόνο γιατί τα μάτια σου με κοίταξαν
με την ψυχή στο βλέμμα,
περήφανα στολίστηκαν το υπέρτατο
της ύπαρξης μου στέμμα,
μόνο γιατί τα μάτια σου με κοίταξαν.

Μόνο γιατί όπως πέρναγα με καμάρωσες
και στη ματιά σου να περνάει
είδα τη λυγερή σκιά μου, ως όνειρο
να παίζει, να πονάει,
μόνο γιατί όπως πέρναγα με καμάρωσες.

Γιατί δισταχτικά σα να με φώναξες
και μου άπλωσες τα χέρια
 κ’ είχες μέσα στα μάτια σου το θάμπωμα
– μια αγάπη πλέρια,
 γιατί δισταχτικά σα να με φώναξες.

Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε
γι’ αυτό έμεινεν ωραίο το πέρασμά μου.
Σα να μ’ ακολουθούσες όπου πήγαινα,
σα να περνούσες κάπου εκεί σιμά μου.
Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε.

Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα,
γι’ αυτό η ζωή μου εδόθη.
Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη
μένα η ζωή πληρώθη.
Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα.

Μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου
μου χάρισε η αυγή ρόδα στα χέρια.
Για να φωτίσω μια στιγμή το δρόμο σου
μου γέμισε τα μάτια η νύχτα αστέρια,
μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου.

Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες
έζησα, να πληθαίνω
τα ονείρατά σου, ωραίε που βασίλεψες
κ’ έτσι γλυκά πεθαίνω
μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες.

Με τον πρώτο στίχο του ποιήματος «Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες», η ποιήτρια ορίζει το κίνητρο και το στόχο του ποιήματος. Κίνητρο είναι η αγάπη και στόχος η εξωτερίκευσή της. Το γεγονός ότι στο ποίημα μιλάει στο δεύτερο πρόσωπο κάνει το ποίημα να μοιάζει με ημερολόγιο, ερωτική επιστολή ή ερωτικό διάλογο.

Η ποιήτρια αναφέρεται συνεχώς στην αγάπη εκείνου προς αυτήν και τονίζει πως αυτή η αγάπη έδωσε νόημα και δικαίωσε τη ζωή της. Δεν μιλά καθόλου για τη δική της αγάπη. Μιλώντας για την αγάπη εκείνου προς αυτήν, εκφράζει σε αντανάκλαση τη δική της αγάπη προς εκείνον. Μάλιστα, εκείνος που την αγάπησε δεν ζει πια. Μοιάζει σαν μια έμμεση μετά θάνατον ερωτική εξομολόγηση.

Με την επανάληψη της λέξης «μόνο» σε όλο το ποίημα, επιδιώκει να παρουσιάσει τον έρωτά της ως την πηγή της ολοκλήρωσης και της ευτυχίας.
Πρόταση του ποιήματος αποτελεί ο σύνδεσμος της ζωής με την ποίηση. Ένας σύνδεσμος που γίνεται δυνατός με την μεσολάβηση του έρωτα. Με τον έρωτα, η ζωή ολοκληρώνεται και από τον έρωτα προκαλείται η ποίηση, που έχει ως λόγο ύπαρξης την έκφραση του έρωτα. Μέσα στο σχήμα της ταύτισης της ζωής με το ποιητικό έργο, η ζωή αποτελεί πρωταρχική αξία. Η ποιήτρια πιστεύει στη δύναμη και την ειλικρίνεια του συναισθήματος, το οποίο αποδίδεται με ένταση αλλά χωρίς οξύτητα.
«Δεν ξέρουμε αν η ίδια η ποιήτρια είχε συνείδηση της εξαιρετικής οξύτητας των ερωτικών της κραυγών. Προπάντων, αν είχε σκεφτεί άμεσα τον αναγνώστη, με άλλα λόγια για τη φήμη. Ο συνηθισμένος τύπος του λογοτέχνη είναι εκείνος που ζει για να γράφει. Εκείνος, δηλαδή, για τον οποίο τα ίδια τα πάθη αποκτούν αξία μόνο τη στιγμή που θα βρουν έκφραση καλλιτεχνική. Η Πολυδούρη, όμως, ζει για να ζήσει. Κι όταν χαράζει στο χαρτί τους στίχους της, δεν αποβλέπει στον αναγνώστη αλλά στην ίδια τη δική της ανάγκη να δώσει στο ηφαίστειό της διέξοδο.

[…] Παρόλα αυτά, νομίζω πως φτάνει να αγγίξουμε με το δάχτυλο την πληγή της Πολυδούρη για να νιώσουμε να μας διαπερνάει το ρίγος που έκανε και την ίδια να βγάλει αυτές τις κραυγές.
Πότε άλλοτε η ποίηση μας ανέβασε σε τέτοιες κορυφές ερωτικής απελπισίας;» (Γιάννης Χατζίνης – κριτικός λογοτεχνίας, συγγραφέας και δοκιμιογράφος)