Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2015

Τσέζαρε Παβέζε





    Γέννηση9 Σεπτεμβρίου 1908
    Απεβίωσε27 Αυγούστου 1950, Τορίνο, Ιταλία

CESARE PAVESΕ (Σαν Στέφανο Μπέλμπο 1908 - Τορίνο 1950). Ιταλός πεζογράφος και ποιητής. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Τορίνο και στη συνέχεια εργάστηκε ως καθηγητής της αγγλικής γλώσσας σε διάφορα σχολεία. Το 1935 συνελήφθη, λόγω των αντιφασιστικών του αντιλήψεων, και εκτοπίστηκε για ένα χρόνο στην Καλαβρία. Μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, προσχώρησε στο κομμουνιστικό κόμμα. Παρά τη δημόσια προσφορά του, ο Παβέζε ζούσε μοναχικό βίο, με έντονες υπαρξιακές αγωνίες και προβλήματα στην επικοινωνία με τον κοινωνικό του περίγυρο. Αυτοκτόνησε, ενώ βρισκόταν στο αποκορύφωμα της λογοτεχνικής του φήμης.
Αντιπροσωπευτικά ποιητικά του έργα: Η δουλειά κουράζει (1936), Ο θάνατος θά 'ρθει (1951). Η καλύτερη ωστόσο λογοτεχνική του παραγωγή εντοπίζεται κυρίως στα μυθιστορήματα του: Στην παραλία (1941), Ο σύντροφος (1947), Ο διάβολος στους λόφους (1948), Κοπέλες μόνες (1949). Το φεγγάρι και η πυρά (1950), κ.ά



Ο Τσέζαρε Παβέζε , -ιταλικά: Cesare Pavese- (ποιητής, μυθιστοριογράφος, λογοτεχνικός κριτικός και μεταφραστής) γεννήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου του 1908 στο Σαν Στέφανο Μπέλμπο (επαρχία Κούνεο) κοντά στο Τορίνο. Ο πατέρας του ο Εουτζένιο, ήταν γραμματέας του δικαστηρίου της πόλης και μητέρα του η Κονσολίνα Μεστουρίνι. Είχε μια αδελφή τη Μαρία (μεγαλύτερή του κατά έξι χρόνια), ενώ άλλα τρία μωρά πέθαναν πριν ακόμη ο Τσεζάρε γεννηθεί.
 
Τον Ιανουάριο του 1914 ο πατέρας του πέθανε από καρκίνο στον εγκέφαλο, ενώ ο μικρός Παβέζε γράφεται στο Δημοτικό στο San Stefano Belbo, αλλά το υπόλοιπο της εκπαίδευσής του ήτανε στο Τορίνο. Νεαρός έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την αγγλική λογοτεχνία κι ανέλαβε στο Πανεπιστήμιο του Τορίνο (στη φιλοσοφική σχολή του οποίου φοιτούσε από το 1926-29) διατριβή για τη ποίηση του Walt Whitman και μετέφρασε Αμερικανούς και Βρετανούςσυγγραφείς, που 'ταν νεοεμφανιζόμενοι στο ιταλικό κοινό.
 Φανατικός αντιφασίστας, συνελήφθη το 1935 και καταδικάστηκε για κατοχή επιστολών από πολιτικό κρατούμενο. Μετά μερικούς μήνες στη φυλακή, εστάλη στοConfino, εξόριστος στη Nότια Ιταλία, συνήθης καταδίκη για ενόχους μικρών πολιτικών εγκλημάτων. Ο Carlo Levi, επίσης από το Τορίνο -συγγραφέας του "Ο Χριστός Σταμάτησε Στο Έμπολι"-, εστάλη ομοίως στο Confino. Ένα χρόνο μετά επέστρεψε στο Τορίνο κι εργάστηκε για τον αριστερό εκδότη Einaudi, ως συντάκτης και μεταφραστής. Ήτανε στηΡώμη όταν κλήθηκε από το φασιστικό στρατό, αλλά λόγω του άσθματός του πέρασε 6 μήνες σε στρατιωτικό νοσοκομείο.

Όταν επέστρεψε στο Τορίνο, τα γερμανικά στρατεύματα καταλάβανε τις οδούς κι οι περισσότεροι από τους φίλους του είχανε φύγει για ν' αντισταθούν ως αντάρτες. Φυγαδεύτηκε στους λόφους γύρω από το Serralunga Di Crea, κοντά στοCasale Monferrato και δε πήρε μέρος σε καμμιάν ένοπλη προσπάθεια που 'γινε σε κείνη τη περιοχή. Μετά τον πόλεμο προσχώρησε στο ΚΚΙ κι εργάστηκε στην εφημερίδα L' Unita. Προς το τέλος της ζωής του, επισκέφτηκε συχνά το Langhe, περιοχή που γεννήθηκε, όπου βρήκε μεγάλη παρηγοριά. Εντούτοις, ερωτική απογοήτευση (Constance Dowling) και πολιτική απομυθοποίηση, τον οδήγησανε στην αυτοκτονία, από υπερβολική δόση βαρβιτουρικών, στις 27 Αυγούστου 1950, έτος που κέρδισε το Βραβείο Strega για το "La Bella Estate", που περιλάμβανε 3 νουβέλες: "La Tenda" (1940), "Il Diavolo Sulle Colline" (1948) και "Tra Donne Sole" (1949).

Πρώτη δημοσιευμένη δουλειά του ήταν "Η Δουλειά Κουράζει" (Lavorare Stanca) το 1936. Το περιστατικό της αυτοκτονίας του, που 'γινε σ' ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, περιγράφεται στη τελευταία σκηνή του "Tra Donne Sole", το προτελευταίο βιβλίο του. Τελευταίο ήτανε το: "La Luna Ε Ι Falο", που δημοσίευσε στην Ιταλία το 1950 και μετέφρασε στ' αγγλικά ως "Φεγγάρι & Φωτιά".

Χαρακτηριστικός πρωταγωνιστής στο έργο του, είναι ο μοναχικός άντρας, -είτε εξ επιλογής, είτε λόγω περιστάσεων. Οι σχέσεις του με τους άντρες και τις γυναίκες τείνουν να 'ναι προσωρινές κι επιφανειακές. Μπορεί να επιθυμήσει να 'χει περισσότερη αλληλεγγύη με τους άλλους ανθρώπους, αλλά καταλήγει συχνά προδομένος από ιδανικά κι από φίλους.

Το Langhe, η περιοχή που περνούσε τις καλοκαιρινές διακοπές του ως αγόρι, είχε μεγάλη επίδραση πάνω του. Είναι χωριό γεμάτο λόφους κι αμπελώνες, μια περιοχή που αισθάνθηκε κυριολεκτικά σα σπίτι του, αλλ' αναγνώριζε τις σκληρές και βασανιστικές συνθήκες διαβίωσης των φτωχών αγροτών, για να μπορέσουνε να βγάλουνε τα προς το ζειν, από τη γη. Πολλές στρατιωτικές επιχειρήσεις έλαβαν χώρα στη περιοχή, μεταξύ Γερμανών και παρτιζάνων. Αυτό ο τόπος έχει γίνει μέρος της προσωπικής μυθολογίας του.




Τσεζάρε Παβέζε Κόκκινη γη 


Κόκκινη γη 

Κόκκινη γη μαύρη γη,
εσύ έρχεσαι απ’ τη θάλασσα,
απ’ τη φρυγμένη βλάστηση,
όπου λέξεις αρχαίες
κι αιμάτινος μόχθος
και γεράνια στα βράχια-
δε γνωρίζεις τι φέρνεις
από θάλασσα λέξεις και μόχθο,
εσύ, πλούσια σαν μνήμη,
σαν τ’ άνυδρα χώματα,
συ σκληρή και γλυκύτατη
λέξη, αρχαία από αίμα
συσσωρευμένο στα μάτια˙
νεαρή, σαν καρπός
που εποχή είναι και μνήμη-
αναπαύεται η ανάσα σου
κάτω απ’ τον αυγουστιάτικο τον ουρανό,
το βλέμμα σου ελιές
που γλυκαίνουν τη θάλασσα,
και συ ζει ξαναζείς
δίχως έκπληξη, σίγουρη
σαν τη γη σκοτεινή
σαν τη γη, πατητήρι
των ονείρων και των εποχών
που αναδύεται μες στο φεγγάρι
πανάρχαιο, όπως
τα χέρια της μάνας σου
η χύτρα της τζάκι.

Είσαι σαν κάποια γη

Είσαι σαν κάποια γη
που κανένας ποτέ δεν ονόμασε.
Δεν περιμένεις τίποτα
μόνο τη λέξη
που θ’ αναβλύσει απ’ το βάθος
σαν καρπός στα κλαριά.
Ένας άνεμος σε προλαβαίνει.
Στεγνά και μαραμένα πράγματα
σε κατακλύζανε και φεύγουν με τον άνεμο.
Μέλη και λόγια αρχαία. Τρέμεις
μέσα στο καλοκαίρι.


Το πρωί γυρίζεις πάντα 

Η πρώτη αχτίδα της αυγής 
ανασαίνει με το στόμα σου
στο βάθος των έρημων δρόμων . 
Γκρίζο φως τα μάτια σου 
γλυκές σταγόνες της αυγής 
πάνω στους σκοτεινούς λόφους . 
Το βήμα σου κι η αναπνοή σου 
πλημμυρίζουν τα σπίτια 
σαν τον άνεμο της αυγής .
Η πόλη ριγεί , 
ευωδιάζουν οι πέτρες - 
είσαι η ζωή , το ξύπνημα .


Άστρο χαμένο 
στο φως της αυγής 
ψίθυρος αύρας ,
θαλπωρή , ανάσα -
τελείωσε η νύχτα .


Είσαι το φως και το πρωί . 

Τη νύχτα που κοιμήθηκες 

Ακόμα κι η νύχτα σου μοιάζει ,
η μακρινή νύχτα που κλαίει 
βουβά , βαθιά στην καρδιά , 
και τ΄ άστρα περνούν κουρασμένα . 
Κάποιο μάγουλο αγγίζει άλλο μάγουλο -
είναι ένα παγωμένο ρίγος , κάποιος 
παλεύει , σ' ικετεύει , μόνος ,
χαμένος μέσα σου , μέσα στον πυρετό σου .

Η νύχτα υποφέρει , λαχταρά την αυγή ,
φτωχή καρδιά που τρέμεις . 
Ω , κλειστό πρόσωπο , σκοτεινή αγωνία ,
πυρετέ που πικραίνεις τ' αστέρια ,
υπάρχει κάποιος που σαν κι εσένα 
λαχταρά την αυγή
γυρεύοντας το πρόσωπο σου στη σιωπή . 
Απλώθηκες κάτω απ' τη νύχτα 
σαν ένας κλειστός , πεθαμένος ορίζοντας 
Φτωχή καρδιά που τρέμεις ,
κάποτε ήσουν η αυγή .

Εσύ δεν ξέρεις 

Εσύ δεν ξέρεις τους λόφους
εκεί που χύθηκε το αίμα.
Όλοι μας φεύγαμε
όλοι μας ρίξαμε
το όπλο και τ’ όνομά μας. Μια γυναίκα
μας κοιτούσε που φεύγαμε.
Ένας μονάχα από μας
στάθηκε εκεί με σφιγμένη γροθιά,
είδε τον άδεια ουρανό,
έσκυψε το κεφάλι και πέθανε
μπροστά στον τοίχο, σωπαίνοντας.
Τώρα, ένα αιμάτινο κουρέλι
και τ’ όνομά του. Μια γυναίκα
μας περιμένει στους λόφους.



Το θλιμμένο κρασί - Τσέζαρε Παβέζε


Το δύσκολο είναι να την αράξεις στη γωνίτσα σου δίχως να σε
προσέξουν.
Τα υπόλοιπα έρχονται μόνα τους. Τρεις γουλίτσες
και σου ξανάρχεται η όρεξη να χάνεσαι στις σκέψεις σου.
Ορθώνεται ένα μακρινό κύμα με ξεχασμένους ψιθύρους,
τα πάντα θολώνουν, και είναι σαν θαύμα
να υπάρχεις για να χαζεύεις το ποτήρι. Η δουλειά
(γιατί οι άντρες δεν μπορούν να μη σκέφτονται τη δουλειά)
ξαναγίνεται το ανέκαθεν μοιραίο: ότι
είναι ωραίο να υποφέρεις
για να μπορείς να χάνεσαι στον πόνο. Μετά, τα μάτια
ατενίζουν το κενό, σαν πονεμένα μάτια τυφλού.

Αν αυτός ο άντρας σηκωθεί, τραβώντας σπίτι για ύπνο
θα μοιάζει μ’ έναν στραβό που ‘χασε το δρόμο. Ο καθένας
μπορεί να ξεμπουκάρει απ’ τη γωνιά και να τον αρχίσει στις γροθιές.
Μπορεί να εμφανιστεί μια γυναίκα, όμορφη και νέα,
αγκαζέ μ’ έναν άντρα, ανθίζοντας.
Όπως κάποτε μια γυναίκα άνθιζε μαζί του.
Μα δεν βλέπει. Δεν μπορεί να δει. Τραβάει σπίτι για ύπνο
και η ζωή του δεν είναι παρά ένας ψίθυρος σιγής.

Σαν τον γδύσεις, θα βρεις σαραβαλιασμένα μέλη
και την επιδερμίδα, καταφαγωμένη. Ποιος να έλεγε
ότι τον διατρέχουν άθερμες φλέβες
εκεί που άλλοτε ζεμάταγε η ζωή; Κανείς δεν θα πίστευε
πως κάποτε μια γυναίκα γέμιζε χάδια και φιλιά εκείνο το κορμί,
που, λουσμένο στα δάκρυα, τρέμει,
τώρα που έφτασε σπίτι για να κοιμηθεί,
μα δεν τα καταφέρνει, και αντί να κοιμάται, ανθίζει.

Την 27η Αυγούστου του 1950 διαλέγει ο μεγάλος δημιουργός για να τερματίσει τόσο πρόωρα τη ζωή του. Είναι μόλις σαράντα δύο χρονών και βρίσκεται στο απόγειο της συγγραφικής του δημιουργίας. Να ‘ναι άραγε συμβολικοί η προφητικοί οι στίχοι, που μόλις πέντε μήνες πριν από το τέλος του θα γράψει;


Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΘΑ ΕΡΘΕΙ

Ο θάνατος θα έρθει και θα έχει τα μάτια σου-
αυτός ο θάνατος που μας συντροφεύει
απ' το πρωί ως το βράδυ, άγρυπνος,
κρυφός, σαν μια παλιά τύψη
ή μια παράλογη συνήθεια. Τα μάτια σου
θα 'ναι μια άδεια λέξη,
κραυγή που έσβησε, σιωπή.
Έτσι τα βλέπεις κάθε πρωινό
όταν μοναχή σκύβεις
στον καθρέφτη. Ω αγαπημένη ελπίδα,
αυτή τη μέρα θα μάθουμε κι εμείς
πως είσαι η ζωή και είσαι το τίποτα.

Για όλους ο θάνατος έχει ένα βλέμμα.
Ο θάνατος θα έρθει και θα έχει τα μάτια σου.
Θα 'ναι σα ν' αφήνεις μια συνήθεια,
σαν να αντικρίζεις μέσα στον καθρέφτη
να αναδύεται ένα πρόσωπο νεκρό,
σαν ν' ακούς ένα κλεισμένο στόμα.
Θα κατεβούμε στην άβυσσο βουβοί.
Το «Ο θάνατος θα έρθει» -ένα από τα τελευταία ποιήματα του Παβέζε- είναι σχεδόν προαναγγελτικό του εθελούσιου πρόωρου θανάτου του. Η γυναίκα (ονειρεμένη, επιθυμητή, κατακτημένη) θα παραμείνει για τον Παβέζε κάτι το ανεξιχνίαστο. Πηγή λύτρωσης και ταυτόχρονα φορέας της καταστροφής, φαίνεται ν' απεικονίζεται στο ποίημα αυτό περισσότερο ως αντικείμενο ενός φυσικού βασάνου, από τον οποίο ο ποιητής δεν μπορεί ν' απαλλαγεί παρά μόνο με την καταβύθιση στο απόλυτο σκοτάδι. Το θέμα έρωτας-θάνατος εμφανίζεται εδώ με την πλέον άμεση διατύπωση, απογυμνωμένο από μυθικές ή ιστορικές επιστρωματώσεις.




Τη νύχτα που κοιμήθηκες

Ακόμα και η νύχτα σου μοιάζει,
η μακρινή νύχτα που θρηνεί
σιωπηλά, μέσα στα βάθη της καρδιάς,
και τ' άστρα περνάνε κουρασμένα.
Ένα μάγουλο ακουμπάει σ' ένα άλλο μάγουλο -
είναι μια παγερή ανατριχίλα, κάποιος
χτυπιέται και σε παρακαλεί, μονάχος,
σκορπισμένος μέσα σου, στον πυρετό σου.

Η νύχτα υποφέρει και θέλει την αυγή
φτωχή καρδιά που τρέμεις.
Ω πρόσωπο κλειστό, σκοτεινή αγωνία
πυρετέ που πικραίνεις τ' άστρα,
υπάρχει κάποιος που περιμένει την αυγή όπως και συ
ψάχνοντας το πρόσωπό σου στη σιωπή.
Είσαι ξαπλωμένη κάτω από τη νύχτα
σαν ένας κλειστός νεκρός ορίζοντας.
Φτωχή καρδιά που τρέμεις
κάποτε ήσουν η αυγή.

[4 Απριλίου 1950]

Οι γάτες θα το ξέρουν

Ακόμα θα πέφτει η βροχή
στα γλυκά σου λιθόστρωτα
μια σιγανή βροχή
σαν φύσημα ή σαν βήμα.
Ακόμα η αύρα και η αυγή
θ' ανθίζουν απαλά
σαν κάτω από το βήμα σου,
όταν εσύ θα ξαναγυρίζεις.
Ανάμεσα στα λουλούδια και στα πρεβάζια
οι γάτες θα το ξέρουν.

Θά 'ρθουν άλλες μέρες
θά 'ρθουν άλλες φωνές.
Θα χαμογελάς μονάχη σου.
Οι γάτες θα το ξέρουν.
Θ' ακούς λέξεις παλιές
λέξεις κουρασμένες και άδειες
όπως τα παρατημένα ρούχα
της χθεσινής γιορτής.
Θα κάνεις χειρονομίες
θ' απαντάς με λέξεις'
πρόσωπο της άνοιξης
θα κάνεις και συ χειρονομίες.

Οι γάτες θα το ξέρουν,
πρόσωπο της άνοιξης,
και η σιγανή βροχή,
η αυγή με τα χρώματα των υακίνθων
που κομματιάζουν την καρδιά
εκείνου που δεν ελπίζει πλέον σε σένα,
είναι το λυπημένο χαμόγελο
που χαμογελάς μονάχη σου.
Θά 'ρθουν άλλες μέρες,
άλλες φωνές και ξυπνήματα.
Την αυγή θα υποφέρουμε,
πρόσωπο της άνοιξης.

[10 Απριλίου 1950]

27 Ιουλίου 1940

Τα πράγματα αυτού του κόσμου (οι πράξεις, εξαιρουμένης βέβαια της φύσης) είναι σύμβολα της εσωτερικής πραγματικότητας, της δικής μας ή των άλλων.
Από αυτό προέρχεται ότι όσο περισσότερο καλλιεργημένοι είμαστε, τόσο λιγότερο είμαστε διατεθιμένοι να θυσιάσουμε την βασική παρόρμηση (την σαρκική ζωή) για ν' αποδώσουμε τιμές σ' ένα άυλο κα αυθαίρετο σύμβολο.
Ιδού μία περίπτωση, όπου ο έκδηλος ρεαλισμός της σκέψης, προβάλλει ελαττωματικός, και όπου η υπέρβαση γίνεται αντιθέτως εξ ολοκλήρου πειθαρχία, αποδίδοντας στο σύμβολο τρομερή σημασία: ο πιστός σκοτώνεται για να μην πραγματοποιήσει μία πράξη που είναι σύμβολο του κακού. Για την διάπυρη ψυχή όλα είναι σύμβολο, δες τον ερωτευμένο.
Ή μήπως δεν συμβαίνει ίσως στον ιδεαλισμό να είναι σύμβολο οι πράξεις, στην υπέρβαση τα φυσικά αντικείμενα; Θα ήταν σύμβολο αυτό μονάχα που τοποθετήθηκε στον κόσμο από το δημιουργικό πνεύμα.
Οι αναχωρητές βασανίζονταν κατ' εκείνο τον τρόπο για να δικαιολογήσουν μπροστά στους απλούς ανθρώπους την μακαριότητα που θ' απολάμβαναν στον ουρανό



25 Αυγούστου 1950

Αγαπητέ Τζιουζέππε,
τι είναι αυτοί οι υστερισμοί; Λυπάμαι που είχα μια απελπισμένη χροιά μιλώντας με τον Άντελε, αλλά είναι απλώς ότι η ψυχή μου είναι σημαδεμένη για δικούς μου λόγους, είμαι κομμάτια, δεν έχω διάθεση να δω κανέναν και θα πλήρωνα όλο το χρυσάφι του κόσμου έναν δολοφόνο για να με μαχαίρωνε στον ύπνο μου. Προφανώς όλα αυτά γίνονται αντιληπτά από τη φωνή.

Ούτε ψάχνω για παρηγοριά. Δεν έχω διάθεση ούτε ζωή. Τραβάω μπροστά, για λογαριασμό μου, ελπίζοντας ότι γρήγορα όλα θα έχουν τελειώσει.

Για σένα και για τις αδελφικές σου διαμαρτυρίες χρωστώ ευγνωμοσύνη και αναγνώριση.

Μη σκέπτεσαι τίποτ' άλλο. Αντίο.
Παβέζε
Cesare Pavese (1908-1950)
27 Αυγούστου, από ισχυρή δόση βαρβιτουρικών,
σ' ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, στο Τορίνο.

Image and video hosting by TinyPic



"Πριν αλέκτορα φωνήσαι" του Τσέζαρε Παβέζε

Cesare_Pavese_Prima_che_il_gallo_canti_cover_Greece.jpg


Δύο λόγια: Πριν αλέκτορα φωνήσαι, είναι ένας τίτλος που υπαινίσσεται, την προδοσία του ίδιου μας του εαυτού και των ιδανικών μας.
Ο νεαρός εξόριστος σε κάποιο κακοτράχαλο χωριό του Νότου, και οι ανησυχίες του στο πρώτο διήγημα Η φυλακή, και ο διανοούμενος που μάταια προσπαθεί να ξεφύγει από το βίαιο χάος του πολέμου στο δεύτερο διήγημα Το σπίτι στο λόφο, αντανακλούν το χαρακτηριστικό δράμα μιας ιστορικής και ηθικής στιγμής που παρέμεινε άλυτη. Είναι, η κρίση όπου κάθε συνείδηση είναι καταδικασμένη να παλεύει μπροστά στην ανάγκη του καθήκοντος για τα κοινά.
Ένα καθήκον όμως που στο βάρος μιας σκληρής ανάλυσης αποκαλύπτετε σαν εξάρτηση περισσότερο του μύθου παρά της ίδιας της ιστορίας. Ενώ η βαθιά επιδίωξη της αθωότητας και της ανθρώπινης ζεστασιάς που αποτέλεσε τον κεντρικό πυρήνα του δράματος του Παβέζε, προδίδετε πάντοτε, επιβεβαιώνοντας έτσι την αυτοκαταδίκη του ανθρώπου στη μοναξιά.
Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου