Δευτέρα 24 Ιουνίου 2013

ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΜΙΧΑΛΑΣ

   Σε δύσκολες εποχές,οι θύμησες έρχονται πιό γρήγορα και πάνε να συμπληρώσουνε αδικαιολόγητα κενά.Εχουμε ξαναπεί γιά τις ιστορίες που έχουνε σχέση με τη πλατεία του χωριού και το πως αποκτήθηκε.Την οφείλουμε σε έναν άνθρωπο που χωρίς να το φαντάζεται,επηρέασε αυτό που είμαστε σήμερα.Και μόνο γιά αυτό ήταν ποιητής.

Το χωριό κάνει ένα μνημείο της καθημερινότητάς του.

Ευχαριστούμε γιά την συμπαράσταση το σύλλογο των Αυλιωτινών της Αθήνας.

ΣΕ ΕΞΕΛΙΞΗ ΟΙ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΜΝΗΜΕΙΟ.





Oλα έγιναν γρήγορα και αυθόρμητα.Τα λάθη του κειμένου θα διορθωθούν.Ελπίζω και τα δικά μας.


Τετάρτη 17 Απριλίου 2013

Κ.ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ-ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ





Ξεπροβόδισμα
- Αγάπη μου, ήσουνα παιδί· παιδί μου, είσαι άντρας τώρα·
σύρε, ακριβέ μου, στο καλό, μη σε προφτάσει η μπόρα.
- Μάνα μου, κοίτα, ενύχτωσε· πώς να κινήσω; βρέχει·
μάνα, μια θλίψη με κρατεί και μια τρομάρα μ' έχει.
- Παιδί μου, όλοι θα φύγουνε· κι αν μείνεις τελευταίος;
σύρε· και πάντα να 'σαι όρθιος και πάντα να 'σαι ωραίος.
- Μάνα, ο χειμώνας ρυάζεται κ' η νύχτα αγκομαχάει·
με δένει, μάνα, μια ντροπή, κ' ένας καημός με πάει.
- Βλέπε, παιδί μου, πάντα ομπρός. Το χτες μη σε πικραίνει.
Τώρα η ζωή σαν άλογο στην πόρτα σε προσμένει.
- Μάνα, οι άνεμοι ρίξανε του δρόμου το πλατάνι·
με τρώει, μανούλα, η θύμηση, κι ο πόνος με δαγκάνει.
-- Παιδί μου, όλου θα φύγουνε· κι αν μείνεις τελευταίος;
σύρε· και πάντα να 'σαι ορθός και πάντα να 'σαι ωραίος.
- Μάνα μου, κοίτα, ενύχτωσε· πώς να κινήσω; βρέχει·
μάνα, μια θλίψη με κρατεί και μια τρομάρα μ' έχει.
 Όταν ήρθες
Εσβήναν τα χρυσάνθεμα σαν πόθοι
στον κήπον όταν ήρθες. Εγελούσες
γαλήνια, σα λευκό χαμολουλούδι.
Αμίλητος, τη μέσα μου μαυρίλα
την έκανα γλυκύτατο τραγούδι
κι απάνω σου το λέγανε τα φύλλα.
 Τα γράμματα
Τα γράμματά σου τα 'χω, Αγάπη πρώτη,
σε ατίμητο κουτί, μες στην καρδιά μου.
Τα γράμματά σου πνέουνε τη νιότη
κι ανθίζουνε την όψιμη χαρά μου.
Τα γράμματά σου, πόσα μου μιλούνε
με τις στραβές γραμμές και τα λαθάκια!
Τρέμουν, γελάνε, κλαίνε, ανιστορούνε
παιχνίδισμα τη ζούλια και την κάκια...
Το μύρο στους φακέλους που είχες ραντίσει,
του Καιρού δεν το σβήσανε τα χνότα.
Παρόμοια ας ήταν να μην είχε σβήσει
η απονιά σου τα ονείρατα τα πρώτα!
Τα γράμματά σου πάνε, Αγάπη μόνη,
βάρκες λευκές, τη σκέψη μου εκεί κάτου.
Τα γράμματά σου τάφοι· δεν τελειώνει
απάνω τους η λέξη του Θανάτου.
 Τραγούδι
Το σπίτι σου τριγύριζα (τη λάμπα η πεταλούδα
γύρω τη φέρνει ώσπου να βρει γλυκό το θάνατό της)
κ' εσύ δε βγήκες να καώ στη φλόγα της ματιάς σου.
Αλιά στα φούλια του κορμιού και στης ψυχής τα φούλια·
θα 'ρθει τη νύχτα ο μολευτής στο βούρκο ναν τα σύρει.
Μα τρισαλιά σε μένανε που μολευτής δε θα 'μαι!
Λυκαβηττός
Κι ανέβηκα! Και ξέφυγα! Και χάμου
η Αθήνα σα να πέθανε. Τα μύρα
βουνίσια με χτυπήσανε. Τριγύρα
τα πεύκα είναι προστάτισσα φρουρά μου.
Και δρόμο θε να δώσω στη χαρά μου!
Τ' αγέρι πνέει σα ν' άνοιξεν η θύρα
του Παραδείσου. Πίσω σα να επήρα
για λίγο της ψυχής της παρθενιά μου.
Ήλιος! Χρυσή στο βάθος η λουρίδα
της θάλασσας αστράφτει του Φαλήρου
και το νησί μου χάνεται πιο πίσω.
Μ' εξάγνισε το ανέβασμα, πατρίδα,
και θα 'ρθω με τη βάρκα μου του ονείρου
με τα κουπιά του πόθου θα κινήσω...
Στον τεφρό πέρα ορίζοντα...
Στον τεφρό πέρα ορίζοντα η αγάπη μου αχνοσβήνει.
Οι φίλοι αποτραβήχτηκαν, για πάντα, οι τελευταίοι.
Σ' όλα έκλεισα την πόρτα μου, κ' έρημος έχω μείνει
τώρα που ακούω το θάνατο στις φλέβες μου να ρέει.
Varium et mutabile
Τι προδοσία!
Διάβηκεν ως
αυγερινός
στη φαντασία.
Αντί θρησκείας
θαύμα υψηλό,
παιγνίδι απλό
φιλαρέσκειας.
Χάνεται, αγρίμι,
σε αλαργινούς
κόσμους ο νούς.
Δέρνεται η μνήμη.
Α! το υπερτέλειο
πρόσωπο-αυγή·
τώρα πληγή
και περιγέλιο.
Πάντοτε ψέμα
έλεγε το
ιριδωτό
εκείνο βλέμμα;
Το στόμα μία
φιδοφωλιά·
και στα φιλιά
το προδοσία!
Φυγή
Αμίλητη, κυνηγημένη
φτάνει σ' ερειπωμένο τοίχο·
στηρίζεται και περιμένει
ένα κελάηδημα, ένα στίχο.
Γύρω το δάσος με τις μπόρες
φεύγει σαν πλοίο στην τρικυμία.
Κ' ήτανε ημέρες ανθοφόρες
-- επέρασαν -- κ' ήτανε μία...
Τώρα την άβυσσο ρωτάει
πώς βρέθηκε άξαφνα δωπέρα,
ενώ στα μάτια της κρατάει,
φως όλη, εκείνη την ημέρα.
Ψυχή, λησμόνει τα όνειρά σου.
Ήρθες, πουλί στην καταιγίδα,
κ' εχάρισες όλου του δάσου
την τελευταία μας ελπίδα.
Προπομπή
Επήρες πια τα μάτια σου κ' έφυγες σε μιαν άκρη.
Όλα τώρα σε λησμονούν εκεί παραριχτή,
και πού να πέσει, αναρωτάς, το τελευταίο σου δάκρυ
και ποιος να το δεχτεί.
Α! σε λύγίζει το φρικτό βάρος αγώνα τόσου,
απλώνοντας το χέρι σου ένα στήριγμα ζητάς,
στέκεις για λίγο ελίζοντας, κρύβεις το πρόσωπό σου,
έπειτα ξεκινάς.
Και πώς πηγαίνεις, ω αδερφή ψυχή, με τη συγνώμη,
με την αγάπη δίνοντας πίσω κάθε πληγή!
Και πού πηγαίνεις έτσι, αφού σου εκλείστηκαν οι δρόμοι
σε ολόκληρη τη γη;
Ιδέ, χορεύει γύρω σου του κόσμου η αυταπάτη,
σμίγουνε χείλη, και σπονδές υψώνονται, γελούν.
Εσύ πεθαίνεις. Και από πριν -- ως να 'σαι πια φευγάτη -
όλοι σε λησμονούν.
Χαίρε! Τη ζωή δεν έζησες παρά μες στα όνειρά σου.
Γι' αυτό παρόμοιο σου άξιζε τέλος, ωραία ψυχή.
Ήρθε σαν αποθέωση, γίνεται σα χαρά σου
πρώτη και μοναχή.
Κυριακή
Ο ήλιος ψηλότερα θ' ανέβει
σήμερα που 'ναι Κυριακή.
Φυσάει το αγέρι και σαλεύει
μια θημωνιά στο λόφο εκεί.
Τα γιορτινά θα βάλουν, κι όλοι
θα 'χουν ανάλαφρη καρδιά:
κοίτα στο δρόμο τα παιδιά,
κοίταξε τ' άνθη στο περβόλι.
Τώρα καμπάνες που χτυπάνε
είναι ο θεός αληθινός.
Πέρα τα σύννεφα σκορπάνε
και μεγαλώνει ο ουρανός.
Άσε τον κόσμο στη χαρά του
κι έλα, ψυχή μου, να σου πω,
σαν τραγουδάκι χαρωπό,
ένα τραγούδι του θανάτου.

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013

ΕΛΥΤΗΣ-ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ-ΤΟ ΔΟΞΑΣΤΙΚΟΝ

ΤΟ ΔΟΞΑΣΤΙΚΟΝ

ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ


ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το φως και η πρωτη
χαραγμενη στην πετρα ευχη του ανθρωπου
η αλκη32 μες στο ζωο που οδηγει τον ηλιο
το φυτο που κελαηδησε και βγηκε η μερα .
Η στερια που βουτα και υψωνει αυχενα
ενα λιθινο αλογο που ιππευει ο ποντος
οι μικρες κυανες φωνες μυριαδες
η μεγαλη λευκη κεφαλη Ποσειδωνος

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το χερι της Γοργονας
που κρατα το τρικαταρτο σα να το σωζει
σα να το κανει ταμα στους ανεμους
σα να λεει να τ' αφησει και παλι οχι

Ο μικρος ερωδιος33 της εκκλησιας
η εννια το πρωι σαν περγαμοντο
ενα βοτσαλο απεφθο μεσα στο βαθος
τ' ουρανου του γλαυκου φυτειες και στεγες


ΟΙ ΣΗΜΑΝΤΟΡΕΣ ΑΝΕΜΟΙ που ιερουργουνε
που σηκωνουν το πελαγος σα Θεοτοκο
που φυσουν και αναβουνε τα πορτοκαλια
που σφυριζουν στα ορη κι ερχονται.

Οι αγενειοι δοκιμοι της τρικυμιας
οι δρομεις που διανυσαν τα ουρανια μιλια
οι Ερμηδες με το μυτερο σκιαδι
και του μαυρου καπνου το κηρυκειο.


Ο Μαϊστρος, ο Λεβαντες, ο Γαρμπης
ο Πουνεντες, ο Γραιγος, ο Σιροκος
η Τραμουντανα, η Οστρια

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το ξυλινο τραπεζι
το κρασι το ξανθο με την κηλιδα του ηλιου
του νερου τα παιχνιδια στο ταβανι
στη γωνια το φυλλοδεντρο που εφημερευει.

Οι λιθιες και τα κυματα χερι με χερι
μια πατουσα που συναξε σοφια στην αμμο
ενας τζιτζικας που επεισε χιλιαδες αλλους
η συνειδηση παμφωτη σαν καλοκαιρι.


ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το καμα που κλωτσαει
στο γιοφυρι απο κατω τα ωραια κοτρονια
τα σκατα των παιδιων με την πρασινη μυγα
ενα πελαγος βραζοντας και διχως τελος

Οι δεκαεξι νοματοι που τραβουν την τρατα
ο ακαθιστος γλαρος ο αργοπλευστης
οι φωνες οι αδεσποτες της ερημιας
ενος ισκιου μεσα στον τειχο


ΤΑ ΝΗΣΙΑ με το μινιο και με το φουμο
τα νησια με το σπονδυλο καποιανου Δια
τα νησια με τους ερημους ταρσαναδες
τα νησια με τα ποσιμα γαλαζια ηφαιστεια.

Στο μελτεμι τα ορτσαροντας με κοντρα-φλοκο
Στο γαρμπη τ' αρμενιζοντας ποντζα-λαμπαντα
εως ολο το μακρος τους τ' αφρισμενα
με λιτριδια μαβια και με ηλιοτροπια

Η Σιφνος, η Αμοργος, η Αλοννησος
η Θασος, η Ιθακη, η Σαντορινη
η Κως, η Ιος, η Σικινος

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ στο πετρινο πεζουλι
αντικρυ του πελαγους η Μυρτω να στεκει
σαν ωραιο οκτω ή σαν κανατι
με την ψαθα του ηλιου στο ενα χερι.
Το πορωδες και ασπρο μεσημερι 
ενα πουπουλο υπνου που ανεβαινει
το σβησμενο χρυσαφι μες στους πυλωνες

και το κοκκινο αλογο που δραπετευει.
Του κορμου του αρχαιου του δεντρου η Ηρα
ο δαφνωνας ο απεραντος ο φωτοφαγος
ενα σπιτι σαν αγκυρα κατω στο βαθος
η Κυρα-Πηνελοπη με την ηλακατη.
Της αντιπερα οχθης των πουλιων ο βοσπορος 
ενα κτιριο απ ' οπου ο ουρανος εχυθηκε
η γλαυκη ακοη μιση κατω απ' το πελαγος

μακροσυσκιοι ψιθυροι νυμφών και σφένταμων.

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ εορταζοντας τη μνημη
των αγιων Κηρυκου και Ιουλιτης
ενα θαυμα να καιει στους ουρανους τ' αλωνια
ιερεις και πουλια να τραγουδουν το χαιρε:
 
ΧΑΙΡΕ η Καιομενη και χαιρε η Χλωρη
Χαιρε η Αμεταμελητη με το πρωραιο σπαθι
Χαιρε η που πατεις και τα σημαδια σβηνονται
Χαιρε η που ξυπνας και τα θαυματα γινονται
Χαιρε του παραδεισου των βυθων η Αγρια 
Χαιρε της ερημίας των νησων η Αγια
Χαιρε η Ονειροτοκος χαιρε η Πελαγινη
Χαιρε η Αγκυροφορος και η Πενταστέρινη 
Χαιρε με τα λυτα μαλλια η χρυσιζοντας τον ανεμο
Χαιρε με την ωραια λαλια η δαμαζοντας τον δαιμονα
Χαιρε που καταρτιζεις τα Μηναια των κηπων
Χαιρε που αρμοζεις τη ζωνη του Οφιουχου
Χαιρε η ακριβοσπαθιστη και σεμνη
Χαιρε η προφητικια και δαιδαλικη

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το χωμα που ανεβαζει
μιαν οσμη κεραυνου σαν θειαφι
του βουνου ο πυθμενας οπου θαλλουν
οι νεκροι ανθη της αυριον
Ο χωρις δισταγμους ενστικτος νομος
ο σφυγμος ο ταχυς παικτης του βιου
ο αιματινος θρομβος ο σωσιας του ηλιου
κι ο κισσος ο αλτης των χειμωνων. 
 

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ ο ροπτρο-σκαραβαιος34
το παρατολμο δοντι μες στο ψυχος του ηλιου
ο Απριλης που ενιωσε ν' αλλαζει φυλο
της πηγης το μπουμπουκι ο,τι που ανοιγει.
Το χειραμαξο γερνοντας με τό 'να πλάι
μια χρυσομυγα που αναψε φωτια στο μελλον
του νερου η αορατη αορτη που παλλει
και γι' αυτο ζωντανη κρατα η γαρδενια. 



ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ τα οικοσιτα της Νοσταλγιας
τα λουλουδια τα νηπια της βροχης που τρεμουν
τα μικρα και τετραποδα στο μονοπατι

Τ' αψηλα στους ηλιους και τα ρεμβοκινητα
Τα σεμνα με την κοκκινη αρρεβωνα
τα κομπαζοντας εφιππα μες στους λειμωνες
τα σε καθαρο ουρανο εργασμενα
τα στοχαστικα και τα χιμαιροποικιλτα

Το κρινο , το Τριανταφυλλο, το Γιασεμι
ο Μενεξες , η Πασχαλια, ο Υακινθος
το Γιουλι , το Ζαμπακι, το Αστρολουλουδο.

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το συννεφο στη χλοη
στο βρεμενο αστραγαλο το"φρτ" της σαυρας
το βαθυ της Μνησαρετης βλεμμα
που δεν ειναι αρνιου και αφεση δινει
Της καμπανας ο ανεμος ο χρυσεγερτης
ο ιππεας που παει ν' αναληφτει στη δυση
και ο αλλος ιππεας ο νοητος που παει
της φθορας τον καιρο ν ' ανασκολισει.
Μιας νυχτος Ιουνιου η νηνεμια
γιασεμια και φουστανια στοπεριβολι
το ζωακι των αστρων που ανεβαινει
της χαρας η στιγμη λιγο πριν κλαψει.
Ενας κομπος ψυχης κι ουτε πια λεξη
σαν παραθυρο αδειο η Αρετουσα
και ο ερωτας ελθοντ ' εξ' οράνω

πορφυριαν παρθεμενον χλαμυν35

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ η πόα της ουτοπιας
τα κοριτσια οι παραπλανημενες Πλειαδες
τα κοριτσια τ
' Αγγεια των Μυστηριων
τα γεματα ωσ πανω και τ' απυθμενα 

Τα στυφα στο σκοταδι και ομως θαυμα
τα γραμμενα στο φως και ομως μαυριλα

τα στραμμενα επανω τους οπως οι φαροι
τα ηλιοβορα και τα σεληνοβαμονα.

Η Ερση , η Μυρτω, η Μαρινα
η Ελενη , η Ρωξανη, η Φωτεινη
η Αννα η Αλεξανδρα, η Κυνθια

 
Των ψιθυρων η επωαση μες στα κοχυλια
μια χαμενη σαν ονειρο: η Αριγνώτα36
ενα φως μακρινο που λεει: κοιμησου
σαστισμενα φιλια σαν πληθος δεντρα.
Το λιγακι πουκαμισο που τρωει ο αερας
το χνουδακι το χλόινο πανω στην κνημη
του αιδοιου το μενεξεδενιο αλατι
και το κρυο νερο της Πανσεληνου.

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το μακρινο τραγουδι
ο μυχός της Ελενης με το κυματακι
τα φραγκοσυκα φεγγοντας μες στη μασχαλη
ερειπιωνες37 του μελλοντος και της αραχνης
Τα νυχτερια τ' ατελειωτα μεσα στα σπλαχνα
το ρολόι το άυπνο που δεν φελαει
ενα μαυρο κρεβατι που ολο πλεει
στα τραχια τα παραλια του Γαλαξια.










 
ΤΑ ΚΑΡΑΒΙΑ τα ορθια με το μαυρο ποδι
τα καραβια οι αιγες των Υπερβορειων38
τα βια οι πεσσοι 39 του Πολικου και του Υπνου
τα καραβια οι Νικοθόες κι οι Ευαδνες.

Τα γεματα βοριαδες και φουντουκι του Ορους
τα μυριζοντας μουργα και χαρουπι αρχαιο
τα γραμμενα στη μασκα τους καθως οι Αγιοι
τα την ιδια στιγμη λοξα και ακινητα.
 
Η Αγγελικα , ο Πολικος, οι Τρεις Ιεραρχαι
Ο Ατρομητος , η Αλκυων, η Ναυκρατουσα
το Μαρακι , το Εχει ο Θεος, η Ευαγγελιστρια.

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το κυμα που αγριευει
και σηκωνεται πεντα οργιες επανω
τα χυμενα μαλλια στο ορνεο που γυριζει
και χτυπιεται στα τζαμια με την καταιγιδα.
Η Μαρινα καθως προτου να υπαρξει
με του σκυλου το καυκαλο και τα δαιμονια
η Μαρινα το κερας της Σεληνης
η Μαρινα ο χαλασμος του κοσμου.
Τα μουραγια ξεσκεπαστα στη σοροκαδα
ο παπας των νεφων που αλλαζει γνωμη
τα καημενα τα σπιτια που το ενα στο αλλο
ακουμπουνε γλυκα και αποκοιμιουνται.




Της μικρης βροχης το λυπημενο προσωπο
η παρθενα ελια το λοφο ανηφοριζοντας
ουτε μια φωνη στα κουρασμενα συννεφα
της πολιχνης το σαλιγγαρακι που εσπασε.

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ ο πικρος και μονος
ο απο πριν χαμενος εσυ νά'σαι
Ποιητης που δουλευει το μαχαιρι
στο ανεξιτηλο τριτο του χερι:

ΟΤΙ ΑΥΤΟΣ ο Θανατος και αυτος η Ζωη
Αυτος το Απροβλεπτο και αυτος οι Θεσμοι 
Αυτος η ευθεια του φυτου η το σωμα τεμνοντας
Αυτος η εστια του φακου η το πνευμα καιγοντας
Αυτος η διψα η μετα την κρηνη
Αυτος ο πολεμος ο μετα την ειρηνη
Αυτος ο θεωρος των κυματων ο Ιων
Αυτος ο Πυγμαλιων40 πυρος και τερατων
Αυτος η θρυαλλιδα41 που απο τα χειλη αναβει
Αυτος η αορατη σηραγγα που υπερκερα42 τον Αδη
Αυτος ο Ληστης της ηδονης που δε σταυρωνεται
Αυτος ο Οφις που με το Σταχυ ενωνεται.

Αυτος το σκοτος και αυτος η ομορφη αφροσυνη
Αυτος των ομβρων του φωτος η εαροσυνη
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το γυρισμα του Λυκου
στο ρυγχος του ανθρωπου και αυτο στου αγγελου
τα εννεα σκαλια που ανεβηκε ο Πλωτινος43
το χασμα του σεισμου που εγιομισε ανθη.
Το λιγακι που αγγιζοντας αφηνει ο γλαρος
και φωτιζει τα βοτσαλα σαν αθωοτης
η γραμμη που χαραζεται μες στην ψυχη σου

και το πενθος μηνα του Παραδεισου.

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το πριν της οπτασιας

αχερουσιο σαλπισμα και πυρινη ωχρα
το καιουμενο ποιημα και ηχειο θανατου
οι δορυαιχμες λεξεις και αυτοκτονες.










Το ενδομυχο φως που ασπρογαλιαζει
κατ' εικονα και ομοιωση του απειρου
τα χωρις εκμαγειο44 βουνα που βγαζουν
απαραλλαχτες οψεις οψεις του αιωνιου.

ΤΑ ΒΟΥΝΑ με την οιηση45 των ερειπιων
τα βουνα τα βαρυθυμα, τα μαστοφορα
τα βουνα τα σαν υφαλα μιας οπτασιας
τα κλεισμενα ολουθε και τα σαρανταπορα.
Τα γεματα ψιλοβροχο σαν μοναστηρια
τα χωμενα στο πουσι46 των προβατων
τα ηρεμα πηγαινοντας καθως βουκολοι
με το μαυρο ζιμπουνι και με το πανωμαντιλο.

Η Πινδος, η Ροδοπη, ο Παρνασσος
ο Ολυμπος, η Τυμφρηστος, ο Ταϋγετος
η Διρφυς , ο Αθως, ο Αινος.




ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το διασελο που ανοιγει
αιωνιου γαλαζιο οδο στα νεφη
μια φωνη που παραπεσε μες στην κοιλαδα
μια ηχω που σαν βαλσαμο την ηπιε η μερα.
Των βοδιων η προσπαθεια που σερνουν
τους ελαιωνες προς τη δυση
ο καπνος ο αταραχος που παει
των ανθρωπων τα εργα να διαλυσει.





ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το περασμα του λυχνου
το γεματο χαλασματα και μαυρους ισκιους
η σελιδα που γραφτηκε κατω απ' το χωμα
το τραγουδι που ειπε η Λυγερη στον Αδη.
Τα ξυλογλυπτα τερατα πανω σρο τεμπλο
οι αρχαιες οι λευκες οι ιχθυοφορες
οι ερασμιες Κορες με το πετρινο χερι
ο λαιμος της Ελενης ωσαν παραλια.

Τ' ΑΣΤΕΡΟΕΝΤΑ δεντρα με την ευδοκια
η παρασηματικη ενος αλλου κοσμου
η παλια δοξασια οτι υπαρχει παντα
το πολυ σιμα και ομως αορατο

Η σκια που τα γερνει με το πλάι στο χωμα
ενα κατι του κιτρινου στη θυμηση τους
η αρχαια τους ορχηση πανω απο τους ταφους
η σοφια τους η αδιατιμητη.

Η Ελια η Ροδια, η Ροδακινια
το Πευκο , η Λευκα, ο Πλατανος
ο Δρυς , η Οξυα, το Κυπαρισσι 


ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το αναιτιο δακρυ
ανατελλοντας αργα στα ωραια ματια
των παιδιων που κρατιουνται χερι-χερι
των παιδιων που κοιταζουνται και δε μιλιουνται.
Των ερωτων το τραυλισμα πανω στα βραχια
ενας φαρος που εκτονωσεν αιωνων θλιψη
το τριζονι το επιμονο καθως η τυψη
και το μαλλινο ερημο μεσα στ' αγιαζι.
Ο στυφος μες στα δοντια επιορκος δυοσμος 
δυο χειλη που αδυνατο να στερξουν- και ομως
το "αντιο" στα τσινορα που λιγο λαμπει
και μετα ο για παντοτε θολος κοσμος
Το αργο και βαρυ των καταιγιδων οργανο
στην καταστραμμενη του φωνη ο Ηρακλειτος
των φονιαδων η αλλη πλευρα η αθεατη
το μικρο"γιατι" που εμεινε αναπαντητο


ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το χερι που επιστρεφει
απο φονο φριχτον και τωρα ξερει
ποιος αληθεια ο κοσμος που υπερεχει
ποιο το"νυν" και ποιο το "αιεν" του κοσμου :


ΝΥΝ το αγριμι της μυρτιας Νυν η κραυγη του Μαη

ΑΙΕΝ η ακρα συνειδηση Αιεν η πλησιφαη

Νυν νυν η παραισθηση και του υπνου η μιμική
Αιεν αιεν ο λογος και Τροπις η αστρικη

Νυν των λεπιδοπτερων το νεφος το κινουμενο
Αιεν των μυστηριων το φως το περιιπταμενο

Νυν το περιβλημα της Γης και η Εξουσια
Αιεν η βρωση της Ψυχης και η Πεμπτουσια

Νυν της Σεληνης το μελαγχρωμα το ανιατο
Αιεν το χρυσοκυανο του Γαλαξια σελαγισμα47

Νυν των λαων το αμαλγαμα και ο μαυρος Αριθμος
Αιεν της Δικης το αγαλμα και ο μεγας Οφθαλμος


Νυν η ταπεινωση των Θεων η σποδος του Ανθρωπου
Νυν Νυν το μηδεν

και ΑΙΕΝ Ο ΚΟΣΜΟΣ Ο ΜΙΚΡΟΣ
, Ο ΜΕΓΑΣ!



Αναφορές








32

δυναμη
33

ερωδιος = ελόβιο πουλί , ο ψαροφαγος
34

ροπτρον (απο το ρημα: ρεπω) = μεταλλινο κατσκευασμα στις
εξωπορτες για να χτυπουν οι επισκεπτες
35

ερωτας που ηρθε απ τον ουρανο τυλιγμενος με την πορφυρη
χλαμυδα

(κομματι απο τα ποιηματα της Σαπφως)
36

Προκειται για την Ανακτορία και οχι για την "Αριγνώτα"
(Ελυτης: Σαπφω, Εκδ. Ικαρος, 1996, σελ. 89-91): κωυ]δέ
νύν Ανακτορι [ας τίς ε]μναι[σθ' ού] παρεοισας...απύ Σαρδίων





πόλλακι τυίδε νών εχοισα· ώς πε δεζώομεν βεβάως εχεν
σε θέασ' ικέλαν αριγνώται σάι δέ μάλιστ' έχαιρε μολπαι...(Σαμπως
και τωρα την Ανακτορια πού'φυγε μακριά μας λέω
τή θυμάται πια κανείς; πολλές φορές από τις μακρινές Σαρδεις εδώ
σε μας γυρίζει ο λογισμός της· εδώ που σαν θεά
φανερωνόταν μαγεμενη απ' το γλυκό τραγουδι σου).
37
ερειπιωνας = τοπος με πολλα ερειπια
38
Υπερβορειοι : μυθικος λαος που κατοικουσε στην βορειο Ευρωπη.
Κοντα τους διεμενε κατα τους χειμερινους μηνες ο Απολλων.
και ο οποιος επεστρεφε παλι την ανοιξη στη Δηλο και στους Δελφους.
Ο γυρισμός του Απόλλωνα γιορτάζονταν στουςΔελφούς κάθε εαρινή ισημερία,
με τα ''Θεοφάνια'' Ο Πινδαρος τους θεωρει μακαριους και
ευδαιμονες ανθρωπους που ζουσαν χωρις εγνοιες και προβληματα.
39
πεσσος = τετραγωνη κολονα στην οποια στηριζεται ο θόλος.
Ακομη: πούλι απο παιγνιδι
40
Πυγμαλιων: Κυπριος βασιλιας, ο οποιος συμφωνα με τις
<Μεταμορφωσεις> του Οβιδιου μη βρισκοντας γυναικα
που να του ταιριαζει, εκανε ενα αγαλμα γυναικας και το
ερωτευτηκε. Η Αφροδιτη τον λυπηθηκε και εμφυσησε ζωη στο
αγαλμα (Γαλατεα).
 Ο Πυγμαλιων απεκτησε κατα την παραδοση απο την Γαλατεα την κορη Παφο.
41
φιτιλι
42
υπερκερω = υπερφαλαγγιζω
43
Πλωτινος: φιλοσοφος απο την Αιγυπτο (205-270 μ.Χ.),
θεμελειωτης της νεοπλατωνικης φιλοσοφιας
44
πλαστικη υλη, στην οποια γινεται αποτυπωση μορφης ή σχηματος
45
υπεροψια, αλαζονια
46
ομιχλη
47
λαμψη,φεγγοβολημα