Κυριακή 17 Μαρτίου 2013

ΕΛΥΤΗΣ-ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ-ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΠΕΜΠΤΟ










ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΠΕΜΠΤΟ

Η ΑΥΛΗ ΤΩΝ ΠΡΟΒΑΤΩΝ
   



Ειπεν ο λαος μου:
το δικαιο που μου διδαξαν επραξα και ιδου αιωνεςαποκαμα ν' απαντεχω εξω απο την κλειστη θυρα της αυλης των προβατων.Γνωριζε τη φωνη μου το ποιμνιο και στην καθε σφυριγματια μουαναπηδουσε και βελαζε. Αλλοι ομως, και πολλες φορες ιο ιδιοι που πενευανε την καρτερια μου, απο δεντρα και μαντρες πηδωντας, επατουσανε πρωτοιτο ποδι αυτοι μες στη μεση της αυλης των προβατων.Και ιδου παντα γυμνος εγω και χωρις ποιμνιο κανενα, στεναζεν ο λαος μου.
Και στα δοντια του γυαλιζεν η αρχαια πεινα,
και η ψυχη του ετριξε πανω στην πικρα της καθως
που τριζει επανω στο χαλικι το αρβυλο του απελπισμενου.

Τοτες αυτοι που κατεχουνε τα πολλα , ν' ακουσουνε τετοιο τριξιμο,τρομαξαν. Επειδη το καθε σημαδι καταλεπτως γνωριζουνε και συχνα, μιλια
μακρια διαβαζουνε στο συμφερον τους.
Παρευθυς λοιπον τα πεδιλα τ'απατηλα ποδεθηκαν.
Και μισοι πιανοντας τους αλλους μισους, απο τό 'να
και τ' αλλο μερος τραβουσανε, τετοια λογια λεγοντας: αξια και καλα τα εργα σας,
και οριστε αυτη αυτη που βλεπετε η θυρα η κλειστη της αυλης των προβατων.
Ασηκωστε το χερι και μαζι σας εμεις, και φροντιδα δικη μας η φωτια και το σιδερο.
Σπιτικα μη φοβαστε, φαμελιες μη λυπαστε, και ποτε
σε γιου ή πατερα ή μικρου αδερφου τη φωνη, πισω μη κανετε.
Ειδέ τυχει κανεις απο σας κι ή φοβηθει κι ή λυπηθει κι ή κανει πισω,
να ξερει: επανω του η φωτια που φεραμε και το σιδερο.

Και το λογο τους πριν αποσωσουν ειχε παρει ν' αλλαζει ο καιρος,μακρια στο μαυραδι των νεφων και σιμα στο κοπαδι των ανθρωπων.
Σα να περασε αγερας χαμηλα βογγωντας και ν' αποριξε αδεια τα κορμια, διχωςμια σταλα θυμηση.
Το κεφαλι μπλαβο και αλαλα αψηλα στραμμενο, μα το χερι βαθια μεσα στην τσεπη
γραπωμενο απο κομματι σιδερο, της φωτιας, ή απ' τ' αλλα,
πό 'χουν τη μυτη σουγλερη και την κοψη αθερα.
Και βαδιζανε καταπανου στον εναν ο αλλος, μη γνωριζοντας ο ενας τον αλλο.
Και σημαδευε κατα πατερα ο γιος και κατ' αδερφου μικρου ο μεγαλος.
Που πολλα σπιτικα πομεινανε στη μεση,
και πολλες γυναικες απανωτα δυο και τρεις φορες μαυροφορεσανε.
Και που αν εκανες να βγεις λιγακι παραοξω,τιποτε.
Μονο αγερας βουιζοντας μεσα στα μεσοδοκια και στα λιγα καμενα λιθαρια
μεριες-μεριες οι καπνοι βοσκωντας τα κουφαρια των σκοτωμενων.

Μηνες τριαντα τρεις και πλεον βαστηξε το Κακο.
Που τη θυρα χτυπουσανε ν' ανοιξουνε της αυλης των προβατων.
Και φωνη προβατου δεν ακουστηκε παρεχτος επανω στο μαχαιρι.
Και φωνη θυρας ουτε,παρεχτος στην ωρα που 'γερνε μες στις φλογες τις υστερες να καει.Επειδη αυτος ο λαος μου η θυρα και αυτος ο λαος μου η αυλη και το ποιμνιο των προβατων.



ι'



ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ αιματα * με πορφυρωσαν
Και χαρες ανειδωτες* με σκιασανε
Οξειδωθηκα μες στην* νιοτια των ανθρωπων
Μακρινη Μητερα * Ροδο μου Αμαραντο

Στ' ανοιχτα του πελαγου * με καρτερεσαν
Με μπομπαρδες τρικαταρτες * και μου ριξανε
Αμαρτια μου νά 'χα * κι εγω μιαν αγαπη
Μακρινη Μητερα * Ροδο μου Αμαραντο

Τον Ιουλιο καποτε * μισανοιξανε
Τα μεγαλα ματια της * μες στα σπλαχνα μου
Την παρθενα ζωη μια* στιγμη να φωτισουν
Μακρινη Μητερα * Ροδο μου Αμαραντο

Κι απο τοτε γυρισαν*καταπανω μου
Των αιωνων οργητες * ξεφωνιζοντας
"Ο πού σ' ειδε, στο αιμα * ζει και στην πετρα"
Μακρινη Μητερα * Ροδο μου Αμαραντο

Της πατριδας μου παλι * ομοιωθηκα
Μες στις πετρες ανθισα* και μεγαλωσα
Των φονιαδων το αιμα* με φως ξεπληρωνω
Μακρινη Μητερα * Ροδο μου Αμαραντο

 



ΙΕ'


ΘΕΕ ΜΟΥ συ με θελησες και να, στο ανταποδιδω
Τη συγγνωμη δεν εδωσα,την ικεσια δεν εστερξα,την ερημια την αντεξα σαν το χαλικι.Τι, τι, τι αλλο μου μελλεταιΤα κοπαδια των αστρων οδηγω στην αγγαλη σου κι η Αυγη , πριν προλαβω, στα διχτυα της με παρασυρει, που συ τη θελησες!
Λοφους με καστρα και πελαγη με καρποφορα στεριωνω στον ανεμο
κι η καμπανα τα πινει
, αργα, του δειλινου,που συ τη θελησες!
Υψωνω χορτα σα να φωναζω μ' ολα τα φρενα μου
και να τα παλι που καταπεφτουν απο το καμα του Ιουλιου, που συ θελησες!
Τι λοιπον, τι αλλο, τι νεο μου μελλεται;
Ιδου που εσυ μιλεις κι εγω αληθευω.
Σφεντοναω την πετρα και βρισκει επανω μου.
Ορυχεια βαθαινω και τους ουρανους εργαζομαι.
Τα πουλια κυνηγω και στο βαρος τους χανομαι.
Θεε μου συ με θελησες και να, στο ανταποδιδω.
Τα στοιχεια που εισαι,ημερες και νυχτες,
ηλιοι κι αστερες, θυελλες και γαληνη,
ανατρεπω στην ταξη κι εναντιον τα βαζω
του δικου μου θανατου, που συ τον θελησες!
 
 



ΙS'
 
 



ΕΝΩΡΙΣ εξυπνησα τις ηδονες ενωρις τη λεύκα μου αναψα
με το χερι μπροστα στη θαλασσα προχωρησα εκει μονος την εστησα:
Φυσηξες και με κυκλωσαν οι τρικυμιες ενα -ενα μου πηρες τα πουλια -Θεε μου με φωναζες και πως να φυγω; Κοιταξα μες στο μελλον τους μηνες και τα χρονια
που ξανα θα γυρισουνε χωρις εμενα και δαγκωθηκα τοσο βαθια
που αργα το αιμα μου ενιωσα ν' αναβλυζει ψηλα
και να σταζει απ' το μελλον μου.
Εσκαψα μες στο χωμα την ωρα που ημουν ο ενοχος
και τρεμοντας εσηκωσα το θυμα στα χερια μου
και του μιλησα τοσο απαλα που αργα τα ματια του ανοιξαν και σταλαξανε τη δροσια
στο χωμα που ημουν ο ενοχος.
Εριξα το σκοταδι στο κρεβατι του ερωτα
με του κοσμου τα πραγματα στο νου μου γυμνα
και το σπερμα μου τιναξα τοσο μακρια
που αργα οι γυναικες γυρισαν μες στον ηλιο και
και το σπερμα μου τιναξα τοσο μακρια
που αργα οι γυναικες γυρισαν μες στον ηλιο και πονεσαν
και γεννησανε παλι τα ορατα.

Θεε μου με φωναζες και πως να φυγω;
Ενωρις εξυπνησα τις ηδονες ενωρις τη λεύκα μου αναψα
με το χερι μπροστα στη θαλασσα προχωρησα εκει μονος την εστησα:
Φυσηξες και λαχταρησαν τα σωθικα μου ενα-ενα μου γυρισαν τα πουλια !

ια'
 
ΘΑ ΚΑΡΩ Μοναχος * των θαλερων πραγματων
Σεμνα θα υπηρετω * την ταξη των πουλιων
Στον ορθρο της Συκιας * απο τις νυχτες θα 'ρχομαι
Καταδροσος * να φερω στην ποδιά μου
Το κυανο * το ροδινο το μωβ
Και τις γενναίες του νερου * ν' αναβω
Σταγονες * ο γενναιοτερος

Εικονισματα θα * 'χω τ' αχραντα κοριτσια
Ντυμενα στου πελα * γους μονο το λινο
Θα δεομαι να παρει * της μυρτιας το ενστικτο
Η αγνοτη μου * και τους μυωνες θηριου
Το ποταπο * το δυστροπο το αχνο
Στα σφριγηλα σωθικα * να πνιξω
Για παντα * ο σφριγηλατοτερος

Θα περασουν καιροι * πολλων ανομηματων
Του κερδους της τιμης * των τυψεων του δαρμου
Λυσσωντας θα χιμαει * ο Βουκεφαλας του αιματος
Τις ασπρες μου * λαχταρες να λαχτισει
Την αντρεια * τον ερωτα το φως
Και κραταιές οσφραινοντας * τις να χλιμιντρισει * ο κραταιοτερος .

Αλλα τοτε στις έξ * των υψωμενων κρινων
Που η κριση μου θα κα * νει ρηγμα του Καιρου
Η ενδεκατη εντολη * θ' αναδυθει απ' τα ματια μου
θα 'ναι αυτος * ο κοσμος ή δε θα 'ναι
Ο Τοκετος * η Θεωσις το Αεί
Που με τα δικαια της ψυχης * μου θα 'χω
Κηρυξει * ο δικαιοτερος


 




 

Πέμπτη 14 Μαρτίου 2013

ΕΛΥΤΗΣ-ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ-ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΕΤΑΡΤΟ






ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΕΤΑΡΤΟ

ΤΟ ΟΙΚΟΠΕΔΟ ΜΕ ΤΙΣ ΤΣΟΥΚΝΙΔΕΣ
 
 




ΜΙΑΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΝΗΛΙΑΓΕΣ μερες εκεινου του χειμωνα,
ενα πρωι Σαββατου, σωρος αυτοκινητα και μοτοσυκλετες
εζωσανε το μικρο συνοικισμο του Λευτερη, με τα τρυπια τενεκεδενια παραθυρα και τ' αυλακια των οχετων στον δρομο.Και φωνες αγριες βγανοντας,εκατεβηκανε ανθρωποι με χυμενη την οψη στο μολυβι και μαλλια
ολόισα ιδιο αχερο. Προσταζοντας να συναχτουν οι αντρες ολοι στο
οικοπεδο με τις τσουκνιδες.
Και ηταν αρματωμενοι απο πανου ως κατου,
με τις μπουκες χαμηλα στραμμενες κατα το μπουλουκι.
 Και μεγαλος φοβος επιανε τα παιδια,
επειδη τυχαινε, σχεδον ολα, να κατεχουνε καποιο μυστικο στην τσεπη ή στην ψυχη τους.
Αλλα τροπος αλλος δεν ητανε,
και χρεος την αναγκη κανοντας, λαβανε θεση στη γραμμη,
και οι ανθρωποι με το μολυβι στην οψη, το αχερο στα
μαλλια και τα κοντα μαυρα ποδηματα, ξετυλιξανε γυρω τους το συρματοπλεγμα.
Και κοψανε στα δυο τα συγνεφα, οσο που το χιονονερο αρχισε να πεφτει,
και τα σαγονια με κοπο κρατουσανε
τα δοντια στη θεση τους, μηπως τους φυγουν ή σπασουνε.
Τοτε, απ τ' αλλο μερος φανηκε αργα βαδιζοντας να 'ρχεται
Αυτος με το Σβησμενο Προσωποπου σηκωνε το δαχτυλο κι οι ωρες
ανατριχιαζαν στο μεγαλο ρολόι των αγγελων.
Και σε οποιον λαχαινε να σταθει μπροστα,
ευθυς οι αλλοι τον αρπαζανε και τον εσουρνανε χαμου πατωντας τον.
Ωσπου εφτασε καποτε η στιγμη να σταθει και μπροστα στον Λευτερη.
Αλλα εκεινος δε σαλεψε. Σηκωσε μονο αργα
τα ματια του και τα πηγε με μιας τοσο μακρια - μακρια μεσα στο μελλον του-
που ο αλλος ενιωσε το σκουντημα κι εγειρε πισω με κιντυνο να πεσει.
Και σκυλιαζοντας, εκανε ν' ανασηκωσει το μαυρο του πανι,
ναν του φτυσει καταμουτρα. Μα παλι ο Λευτερης δε σαλεψε.
Πανω σε κεινη τη στιγμη, ο Μεγαλος Ξενος, αυτος που ακολουθουσε
με τα τρια σειρητια στο γιακα, στηριζοντας τα χερια στη μεση του,καγχασε:
οριστε, ειπε, οριστε οι ανθρωποι που θελουνε , λεει, ν'αλλαξουνε την πορεια του κοσμου! 
Και μη γνωριζοντας οτι ελεγε την αληθεια ο δυστυχης,
καταπροσωπο τρεις φορες του καταφερε το μαστιγιο.
Αλλα τριτη φορα ο Λευτερης δε σαλεψε.
Τοτε, τυφλος απο τη λιγη περαση που 'χε η δυναμη στα χερια του, ο αλλος,
 μη γνωριζοντας τι πραττει,
τραβηξε το περιστροφο και του το βροντησε συρριζα στο δεξι του αυτι.
Και πολυ τρομαξανε τα παιδια,
και οι ανθρωποι με το μολυβι στην οψη και τα κοντα μαυρα ποδηματα, κερωσαν.
Επειδη πηγανε κ' ηρθανε γυρω τα χαμοσπιτα,
και σε πολλες μεριες το πισσοχαρτο επεσε και φανηκανε μακρια,
πισω απο τον ηλιο, οι γυναικες να κλαινε γονατιστες,
πανω σ' ενα ερμο οικοπεδο, γεματο τσουκνιδες και μαυρα πηχτα αιματα.
Ενω σημαινε δωδεκα ακριβως το μεγαλο ρολόι των αγγελων.





η'

 



Γυρισα τα ματια δακρυα γιοματα κατα το παραθυρι
Και κοιτωντας εξω καταχιονισμενα τα δεντρα των κοιλαδων
Αδελφοι μου, ειπα ως κι αυτα μια μερα
Κι αυτα θα τ ατιμασουν
Προωπιδοφοροι μες στον αλλον αιωνα τις θηλιες ετοιμαζουν
Δαγκωσα τη μερα και δεν εσταξε ουτε σταγονα πρασινο αιμα

Φωναξα στις πυλες κι η φωνη μου πηρε
Τη θλιψη των φονιαδων
Μες της γης το κεντρο φανηκε ο πυρηνας
Που ολο σκοτεινιαζει
Κι η αχτιδα του ηλιου γινηκεν, ιδεστε
Ο μιτος του Θανατου
Ω πικρες γυναικες με το μαυρο ρουχο
Παρθενες και μητερες
Ποθ σιμα στη βρυση δινατε να πιουνε στ' αηδονια των αγγελωn

Ελαχε να δωσει και σας ο Χαρος
Τη φουχτα του γεματη
Μες απ' τα πηγαδια τις κραυγες τραβατε
Αδικοσκοτωμενων
Τοσο δεν αγγιζουν η φωτια με το αχτι
Που πενεται ο λαος μου
Του Θεου το σταρι στα ψηλα καμιονια

Το φορτωσαν και παει
Μες στην ερμη κι αδεια πολιτεια μενει
Το χερι που μοναχα
Με μπογια θα γραψει τους μεγαλους στιχους
ΨΩΜΙ ΚΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
Φυσηξεν η νυχτα * σβησανε τα σπιτια
κι ειναι αργα στην ψυχη μου

Δεν ακουει κανενας * οπου κι αν χτυπησω
η μνημη με σκοτωνει
Αδελφοι μου, λεει * μαυρες ωρες φτανουν
ο καιρος θα δειξει
Των ανθρωπων εχουνοι χαρές μιανει
τα
σπλαχνα των τερατων
Γυρισα τα ματια * δακρυα γιοματα
κατα το παραθυρι
Φωναξα στις πυλες * κι η φωνη μου πηρε
τη θλιψη των φονιαδων
Μες στης γης το κεντρο * φανηκε ο πυρηνας
που ολο σκοτεινιαζει
Κι η αχτιδα του ηλιου * γινηκεν, ιδεστε
ο μιτος του Θανατου !



ΙΑ'
 

ΟΠΟY,φωναζω, και να βρισκεστε, αδελφοι,
οπου και να πατει το ποδι σας,
ανοιξετε μια βρυση , τη δικη σας βρυση του Μαυρογενη.
Καλο το νερο και πετρινο το χερι του μεσημεριου
που κρατει τον ηλιο στην ανοιχτη παλαμη του.
Δροσερος ο κρουνος θ ' αγγαλιασω.
Η λαλια που δεν ξερει απο ψεμα
μεγαλοφωνα το νου μου ν ' απαγγειλει,
ευαναγνωστα να γινουν τα σωθικα μου.
Δεν μπορω ,
η αγχονη τα δεντρα μου εξουθενωσε και τα ματια μαυριζουν.
Δεν αντεχω
και τα σταυροδρομια που ηξερα εγιναν αδιεξοδα.
Σελδζουκοι ροπαλοφοροι καραδοκουν . Χαγάνοι ορνεοκεφαλοι βυσσοδομουν .
Σκυλοκοιτες και νεκροσιτοι κι ερεβομανεις κοπροκρατουν το μελλον .
Οπου και να σας βρισκει το κακο , αδελφοι,
οπου και να θολωνει ο νους σας ,
μνημονευετε Διονυσιο Σολωμο και μνημονευετε Αλεξανδρο Παπαδιαμαντη .
Η λαλια που δεν ξερει απο ψεμα θ ' αναπαυσει το προσωπο το μαρτυριου
με το λιγο βαμμα του γλαυκου στα χειλη .
Καλο το νερο και πετρινο το χερι του μεσημεριου
που κρατει τον ηλιο στην ανοιχτη παλαμη του .
Οπου και να πατει το ποδι σας , φωναζω,
ανοιξετε , αδελφοι, μια βρυση ανοιξετε , τη δικη σας βρυση ανοιξετε ,
την δικη σας βρυση του Μαυρογενη !



ΙΒ'
 

ΚΑΙ ΣΤΑ ΒΑΘΙΑ μεσανυχτα , στους ορυζωνες του υπνου
απνοια που με τυρρανα και κακο κουνουπι της Σεληνης !
Τα σεντονια παλευω και τα ματια πηχτα στο σκοταδι ματαια δοκιμαζω :
Ανεμοι γεροντες γενειοφοροι των παλαιων μου θαλασσων φρουροι και κλειδοκρατορες
εσεις που κατεχετε το μυστικο συρετε μου στα ματια ενα δελφινι
Στα ματια ενα δελφινι συρετε μου να 'ναι ταχυ, κι ελληνικο, και να 'ναι η ωρα εντεκα !
Να περνα και να σβηνει την πλακα του βωμου και ν ' αλλαζει το νοημα του μαρτυριου
Οι αφροι του λευκοι να ν ' αναπηδουν επανω τον Ιερακα και τον Ιερεα να πνιξουν !
Να περνα και να λυνει το σχημα του Σταυρου και στα δεντρα το ξυλο να επιστρεφει
Ο βαθυς τριγμος να μου θυμιζει ακομη οτι αυτος που ειμαι, υπαρχω !
Η ουρα του η πλατια να μου αυλακωνει απο το δρομο ανεχαραγο τη μνημη
Και στον ηλιο παλι να με αφηνει σαν αρχαιο χαλικι των Κυκλαδων !
Τα σεντονια παλευω και τα χερια τυφλα στο σκοταδι ματαια δοκιμαζω :
Ανεμοι γεροντες γενειοφοροι των παλαιων μου θαλασσων φρουροι και κλειδοκρατορες
εσεις που κατεχετε το μυστικο στην καρδια μου την Τριαινα χτυπησετε μου
και σταυρωσετε μου την με το δελφινι
Το σημειο που ειμαι αληθεια ο ιδιος με την πρωτη νεοτητα
στο γλαυκο τ' ουρανου - κι εκει να εξουσιασω !


ΙΓ'
 

ΑΝΟΜΙΕΣ εμιαναν τα χερια μου , πως να τ' ανοιξω;
Κουστωδιες 29 γεμισανε τα ματια μου, που να κοιταξω;
Γιοι των ανθρωπων ,τι να πω;
Τα φριχτα σηκωνει η γης κι η ψυχη τα φριχτοτερα !
Ευγε πρωτη νεοτης μου και αδαμαστο χειλι
που το βοτσαλο διδαξες της τρικυμιας
και στις μπορες μεσα, της βροντης αντιμιλησες
Ευγε πρωτη νεοτης μου !
Τοσο χωμα στις ριζες μου εριξες , που κι η σκεψη μου χλόισε !
Τοσο φως μες στο αιμα μου , που κι η αγαπη μου πηρε
το κρατος και το νοημα τ ' ουρανου.
Καθαρος ειμαι απ ' ακρη σ' ακρη
και στα χερια του Θανατου αχρηστο σκευος
και στα νυχια των αγροικων λεια κακη.
Γιοι των ανθρωπων , να φοβουμαι τι;
Παρετε μου τη θαλασσα με τους ασπρους βοριαδες ,
το πλατυ το παραθυρο γεματο λεμονιες ,
τα πολλα κελαηδισματα , και το κοριτσι το ενα
που και μονον αν αγγιξα η χαρα του μου αρκεσε
παρετε μου, τραγουδησα !
Παρετε μου τα ονειρα, πως να διαβασετε;
Παρετε μου τη σκεψη, που να την πειτε;
Καθαρος ειμαι απ' ακρη σ' ακρη.
Με το στομα φιλωντας εχαρηκα το παρθενο κορμι .
Τις ιδεες μου ολες ενησιωτησα .
Στη συνειδηση μου εσταξα λεμονι.



ΙΔ'
 

ΝΑΟΙ στο σχημα τ' ουρανου και κοριτσια ωραια
με το σταφυλι στα δοντια που μας πρεπατε!
Πουλια το βαρος της καρδιας μας ψηλα μηδενιζοντας
και πολυ γαλαζιο που αγαπησαμε !
Φυγανε φυγανε ο Ιουλιος με το φωτεινο πουκαμισο
και ο Αυγουστος ο πετρινος με τα μικρα του ανωμαλα σκαλια.
Φυγανε και στα ματια μεσα των βυθων ανερμηνευτος εμεινε ο αστεριας
και στα βαθη μεσα των ματιων ανεπιδοτο εμεινε το ηλιοβασιλεμα!
Και των ανθρωπων η φρονηση εκλεισε τα συνορα.
Τειχισε τις πλευρες του κοσμου
και απο το μερος τ' ουρανου σηκωσε τις εννεα επαλξεις και στην πλακα επανω του βωμου σφαγιασε το σωμα
τους φρουρους πολλους εστησε στις εξοδους.
Και των ανθρωπων η φρονηση εκλεισε τα συνορα.
Ναοι στο σχημα τ ' ουρανου και κοριτσια ωραια
με το σταφυλι στα δοντια που μας πρεπατε !
Πουλια το βαρος της καρδιας μας ψηλα μηδενιζοντας
και πολυ γαλαζιο που αγαπησαμε! Φυγανε φυγανε ο Μαϊστρος με το μυτερο του σανταλο
και ο Γραίγος ο ασυλλογιστος με τα λοξα του κοκκινα πανια.
Φυγανε και βαθια κατω απο το χωμα συννεφιασε ανεβαζοντας
χαλικι μαυρο και βροντες, η οργη των νεκρων και αργα στον ανεμο τριζοντας
εγυρισανε παλι με το στηθος μπροστα φοβερα , των βραχων τ' αγαλματα !

θ'
 

ΤΙΣ ΝΕΦΕΛΕΣ αφηνοντας πισω τους* Ταξιδευουν των βραχων τ' αγαλματα
Με το στηθος μπροστα σα ν' αμπωχνουνε * Στους ανεμους μεσα τα μελλοντα
Μην οι γυπες τα παρουν κι αυτα* μυρωδια και χιμηξουν !
Η καμπανα σημαινοντας θανατο * Των χωριων τα κοπαδια κατεβηκαν
Στις πλαγιες που αγναντευουν το πελαγο * Και φωνη τούς ανεμους εταραξεν
Αχ η πεινα μας εχει παιδια * την ψυχη σκοτεινιασει !
Στων εθνων τα κρυμμενα εργοστασια * Με το σταρι ετοιμαζουνε μεταλλα
Το θεριο που δε θελουνε θρεφουνε * Και το στομα του να γιγαντωνεται
Ωσπου να μη μεινει κανεις * και τα κοκαλα τριξουν !
Αλλα πριν στην κοιλαδα που σειστηκε * Λες και στένων ο Αδης εβοησε
Των σπιτιων οι σκεπες ξεκαρφωθηκαν Και το θαυμα τ' ανελπιστο φανηκαν
Οι γυναικες ν ακουν σιωπηλα * στων βρεφων τους το κλαμα !
Η ζωη που το θανατο γευτηκε * Σαν τον ηλιο γυμνη ξαναγυρισε
Και μην εχοντας αχ αλλο τιποτε * Η ζωη που τα παντα σπαταλησε
Στα χαλασματα καρφωσε μια παπαρουνα που λαμπει !
Αν ποτε το γερακι ξαναδινε Τη φωνη του προβατου που σπαραξε
Με τ ' αυτι στο χορταρι θ' ακουγαμε * Των νεκρων την οργη πως γυμναζεται
Το σκοταδι ν' αρπαξει μεμιας * κι απ' την αλλη να δειξει !




Αναφορές
 29Κουστωδια: στρατιωτικη φρουρα
 

Τετάρτη 13 Μαρτίου 2013

ΕΛΥΤΗΣ-ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ-ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΡΙΤΟ




ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΡΙΤΟ

Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΞΟΔΟΣ



Τις ημερες εκεινες εκαναν συναξη μυστικη τα παιδια και λαβανε την αποφαση,
επειδη τα κακα μαντατα πληθαιναν στην πρωτευουσα,
 να βγουν εξω σε πλατειες με το μονο πραγμα που τους ειχε απομεινει:
μια παλαμη τοπο κατω απο τ' ανοιχτο πουκαμισο,
με τις μαυρες τριχες και το σταυρουδακι του ηλιου. Οπου ειχε κρατος η Ανοιξη.
Και επειδη σιμωνε η μερα που το Γενος ειχε συνηθιο να γιορταζει τον αλλο
Σηκωμο , τη μερα παλι εκεινη ορισανε για την Εξοδο. Και νωρις εβγηκανε καταμπροστα στον ηλιο,
με πανου ως κατου απλωμενη την αφοβια σα σημαια, οι
νεοι με τα πρησμενα ποδια που τους ελεγαν αλητες.
 Και ακολουθουσανε αντρες πολλοι,
και γυναικες, και λαβωμενοι με τον επιδεσμο και τα δεκανικια. Οπου εβλεπες
αξαφνα στην οψη τους τοσες χαρακιες,
που 'λεγες ειχανε περασει μερες πολλες μεσα σε λιγην ωρα.
Τετοιας λογης αποκοτιες, ωστοσο, μαθαινοντες οι Αλλοι, σφοδρα ταραχτηκαν.
Και τρεις φορες με το ματι αναμετρωντας το εχει τους,
λαβανε την αποφαση να βγουν εξω σε δρομους και σε πλατειες,
με το μονο πραγμα που τους ειχε απομεινει: μια πηχη φωτια κατω απ' τα σιδερα, 
με τις μαυρες κανες και τα δοντια του ηλιου. Οπου μητε κλωνος μητε ανθος,
δακρυο ποτε δεν εβγαλαν.
Και χτυπουσανε οπου να 'ναι,σφαλωντας τα βλεφαρα με απογνωση.
Και η Ανοιξη ολοενα τους κυριευε. Σαν να μην
ητανε αλλος δρομος πανω σ' ολακερη τη γη, για να περασει η Ανοιξη παρα μοναχα
αυτος, και να τον ειχαν παρει αμιλητοι, κοιταζοντας πολυ μακρια, περ' απ' την ακρη
της απελπισιας, τη Γαληνη που εμελλαν να γινουν, οι νεοι με τα πρησμενα ποδια που
τους ελεγαν αλητες, και οι αντρες, και οι γυναικες, και οι λαβωμενοι με τον επιδεσμο
και τα δεκανικια.
Και περασανε μερες πολλες μεσα σε λιγην ωρα.
Και θερισανε πληθος τα θηρια,και αλλους εμαζωξαν.
Και την αλλη μερα εστησανε στον τοιχο τριαντα.



ς'

 
ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ηλιε νοητε* και μυρσινη συ δοξαστικη
μη παρακαλω σας μη * λησμοναται τη χωρα μου!
Αετομορφα εχει τα ψηλα βουνα * στα ηφαιστεια κληματα σειρα
και τα σπιτια πιο λευκα * στου γλαυκου το γειτονεμα!
Της Ασιας αν αγγιζει απο τη μια * της Ευρωπης λιγο αν ακουμπα
στον αιθερα στεκει να * και στη θαλασσα μονη της!
Και δεν ειναι μητε ξενου λογισμος * και δικου της μητε αγαπη μια
μονο πενθος αχ παντου και το φως ανελεητο!
Τα πικρα μου χερια με τον Κεραυνο * τα γυριζω πισω απ' τον Καιρο
τους παλιους φιλους καλω * με φοβερες και μ' αιματα!
Μα 'χουν ολα τα αιματα ξαντιμεθει * κι οι φοβερες αχ λατομηθει
και στον εναν ο αλλος μπαι * νουν εναντιον οι ανεμοι!
Της Δικαιοσυνης ηλιε νοητε * και μυρσινη συ δοξαστικη
μη παρακαλω σας μη * λησμονατε τη χωρα μου !


Θ'


ΑΥΤΟΣ ειναι ο παντοτε αφανης δικος μας Ιουδας !
Θυρες επτα τον καλυπτουνε
και στρατιες επτα παχυνονται στην διακονια του.
Μηχανες αερος τον απαγουνε
και βαρυν απο γουνα και ταρταρουγα ,
στα Ηλυσια μεσα και στους Λευκους Οικους τον αποθετουνε.
Και γλωσσα καμια δεν εχει , επειδη ολες δικες του -
Και καμια γυναικα , επειδη ολες δικες του - Ο Παντοδυναμος!
Θαυμαζουν οι αφελεις
και σιμα στη λαμψη του κρυσταλλου χαμογελουν οι μαυροφορεμενοι,
και σκιρτουν των αντρων του Λυκαβητου οι ημιγυμνες τιγρισσες!
Αλλα πορος κανεις για να περασει ο ηλιος τη φημη του στο μελλον,
Και ημερα Κρισεως καμια, επειδη εμεις αδελφοι, εμεις η μερα της Κρισεως
και δικο μας το χερι που θ' αποθεωθει-καταπροσωπο ριχνοντας τα αργυρια !


Ι'



ΚΑΤΑΠΡΟΣΩΠΟ ΜΟΥ εχλευασαν οι νεοι Αλεξανδρεις:ιδεστε, ειπαν, ο αφελης περιηγητης του αιωνος !
Ο αναισθητος που οταν ολοι εμεις θρηνουμε αυτος αγαλια
και οταν ολοι παλι αγαλιουμε αυτος αναιτια σκυθρωπιαζε.
Στις κραυγες μας μπροστα προσπερνα και αδιαφορει
και τα σε μας αορατα με το αυτι στην πετρα,
σοβαρος και μονος προσεχει.Ο χωρις φιλον κανενα μητε οπαδο,
που εμπιστευεται μονον το σωμα του
και το μεγα μυστηριο στ' αγκαθοφυλλα μεσα του ηλιου αναζητει,
αυτος ειναι,ο αποβλητος απο τις αγορες του αιωνος !
Επειδη νου δεν εχει και απο ξενα δακρυα κερδος δε βγανει
και στο θαμνο που καιει την αγωνια μας μοναχα καταδεχεται να ουρει.
Ο αντιχριστος και αναλγητος δαιμονιστης του αιωνος!
Που οταν ολοι εμεις πενθουμε,αυτος ηλιοφορει.
Και οταν ειρηνη αγγελουμε,μαχαιροφορει.
Καταπροσωπο μου οι νεοι Αλεξανδρεις εχλευασαν!



ζ'


ΑΥΤΟΣ αυτος ο κοσμο* ο ιδιος κοσμος ειναι
Των ηλιων και του κονιορτου * της τυρβης και του αποδειπνου
Ο υφαντης των αστερισμων * ο ασημωτης των βρυων
Στη χαση του θυμητικου * στο εβγα των ονειρων
Αυτος ο ιδιος κοσμος * αυτος ο κοσμος ειναι
Κυμβαλο κυμβαλο * και ματαιο γελιο μακρινο !
Αυτος αυτος κοσμος * ο ιδιος κοσμος ειναι
Ο σκυλευοντας την ηδονη * ο βιαζοντας τις κρηνες
Ο πανω απ' τους Κατακλυσμους * ο κατω απ' τους Τυφωνες
Ο γαμψος, ο κυφος * ο δασυς, ο πυρρος
Τις νυχτες με τη συριγγα * τις μερες με τη φορμιγγα
Στα σκυρα των πολιτειων * στους αρτεμωνες των αγρων
Αυτος ο πλατυκεφαλος * αυτος ο μακρυκεφαλος
Ο εκουσιος * ο ακουσιος
Ο υιος Αγγειθ * και ο Σολομων
Αυτος αυτος κοσμος * ο ιδιος κοσμος ειναι
Της Αμπωτης και του οργασμου * των τυψεων και της νεφωσης
Ο ευρέτης των ζωδιακων * ο τολμητιας των θόλων
Στην ακρη της εκλειπτικης * κι οσο που φτανει η Χτισις
Αυτος ο ιδιος κοσμος * αυτος ο κοσμος ειναι
Βουκινο βουκινο * και ματαιο νεφος μακρινο !