Κυριακή 27 Μαρτίου 2016

Νίκος Καββαδίας

Ο «ποιητής των θαλασσών» Νίκος Καββαδίας


kavvadias
«Όλα τα πράγματα έχουν τη δική τους μυρωδιά. Οι άνθρωποι δεν έχουν. Την κλέβουν από τα πράγματα.»



Ο ναυτικός και ποιητής Νίκος Καββαδίας

Ὁ Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε το 1910 σε μία μικρή επαρχιακή πόλη τις Μαντζουρίας, στην περιοχή το Χαρμπίν, κοντά στον ποταμό Ουσσούρ, που ήταν στρατιωτική βάση. Λεγόταν τότε Νικόλσκι Ουσουρίσκι. Η περιοχή ήταν κατειλημμένη από την Τσαρική Ρωσία με αφορμή την εξέγερση των κινέζων μπόξερς. Έτσι εξηγείται το ρώσικο παρατσούκλι του Καββαδία«Κόλλιας» αλλά και η παντοτινή του αγάπη για την Κίνα, όπως και η διάθεσή του να δηλώνει «μισοκινέζος»  Ο πατέρας του ήταν επιχειρηματίας. Διατηρούσε γραφείο γενικού εμπορίου -εισαγωγές / εξαγωγές / μεταφορές-, διακινούσε μεγάλες ποσότητες εμπορευμάτων, τροφίμων και άλλων καταναλωτικών ειδών και συγχρόνως ήταν προμηθευτής του τσαρικού στρατού.
Το 1914, στην αρχή του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, ο πατέρας του αποφάσισε να φέρει την οικογένεια στην Ελλάδα, με πρώτο σταθμό την Κωνσταντινούπολη, στ’ αδέρφια της μητέρας του που διέθεταν ναυτικές επιχειρήσεις. Περάσανε στην Ελλάδα μ’ένα πλοίο της οικογένιας. Καταλήξανε στην Κεφαλλονιά στα πατρικά σπίτια με τις γιαγιάδες και τους παππούδες, της μάνας στην Άσσο, του πατέρα στο Φισκάρδο. Δεν έμειναν πολύ. Εγκαταστάθηκαν στο Αργοστόλι όπου νοίκιασαν ένα μεγάλο σπίτι με περιβόλι στο δρόμο της Λάσσης.
Ο πατέρας του άφησε την οικογένεια στο ήσυχο -όπως εκτιμούσε- νησί του Ιονίου και γύρισε στην Ρωσία για να σώσει τις επιχειρήσεις του. Ωστόσο και η Κεφαλλονιά δεν άργησε να μυρίσει το άρωμα του πολέμου. Στις ακτές της και στα λιμάνια της κάναν την εμφάνισή τους υδροπλάνα, οπλιταγωγά, ατμάκατοι και βέβαια  ο συμμαχικός στρατός. Στις βόλτες του, στην πλατεία του Αργοστολίου, με την νταντά και τα παιδιά της οικογένειας, ο μικρός Καββαδίας ξέφευγε και ήθελε να περιεργάζεται από κοντά τους ξένους στρατιώτες.   Δεν του έκαναν εντύπωση οι Άγγλοι ή οι Γάλλοι, μα οι εξωτικοί και διαφορετικοί Σενεγαλέζοι.  Μαρτυρίες αναφέρουν ότι για του Σενεγαλέζους ο περίεργος μπόμπιρας έγινε σύντομα ο μικρός αγαπημένος φίλος. Τον σήκωναν ψηλά, του χάριζαν ταινίες από τα καπέλα τους και άλλα αντικείμενα.
Η οικογένεια αποκλείστηκε στην Κεφαλλονιά όσο ο πατέρας ξέμεινε πέρα από τα Ουράλια, στην Ρωσία των επαναστατικών γεγονότων. Επί εφτά χρόνια δεν είχαν κάποιο νέο του. Αυτό το διάστημα διώχθηκε ως συνεργάτης των τσαρικών από την νέα σοβιετική εξουσία, φυλακίστηκε και βέβαια έχασε όλη του την περιουσία. Τον ξαναντάμωσαν το 1921 όταν έφτασε στην Κεφαλοννιά, νευρασθενικός και άρρωστος.
Ο Καββαδίας είχε αποστροφή για την φιγούρα του πατέρα του. Στο αφήγημα-μυθιστόρημά του «Βάρδια», όπου τα αυτοβιογραφικά στοιχεία δεσπόζουν θα γράψει:
«Ο πατέρας μου… ο λαθρέμπορας του Λάο Γιαν, ο χαρτοπαίκτης του Τιεν Τσιν, ο μπακάλης του Πασαλιμανιού στα στερνά του, ο πιο ανελέητος άνθρωπος που γνώρισα»
Λίγο μετά, μετακομίζουν στον Πειραιά, όπου ο Καββαδίας τελειώνει το Δημοτικό στη σχολή αδερφών Μπάρδη. Εκεί, μαζί με τον συμμαθητή και μετέπειτα γνωστό ζωγράφο Γιάννη Τσαρούχη, εκδίδουν τρία τεύχη ενός σατυρικού φυλλαδίου.
Στο γυμνάσιο γνωρίζεται με τον Παύλο Νιρβάνα καθώς είναι συμμαθητής με τον γιο του. Η επιρροή που του ασκεί ο Νιρβάνας είναι έντονη και τον οδηγεί στα 18 του να αρχίσει να στέλνει ποιήματα στο Περιοδικό της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας με το ψευδώνυμοΠέτρος Βαλχάλας (με εμφανή ομοιότητα στο ψευδώνυμο «Παύλος Νιρβάνας» του Πέτρου Αποστολίδη).
Όλο αυτό το διάστημα, ζει πλάι στους κατατρεγμένους πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής ενώ απεχθάνεται τους ξεπεσμένους κύκλους του πατέρα του - εκδιωγμένους, ξεπεσμένους ευγενείς που σταμάτησαν να ρουφάνε το αίμα του ρώσικου λαού μετά την επανάσταση του ‘17. Το προσφυγικό ζήτημα εκείνη την εποχή είναι βασικό ζήτημα της ελληνικής κοινωνίας. Οι βασιλόφρονες και τα απομεινάρια της δικτατορίας του Πάγκαλου είναι αυτοί που τους στοχοποιούν κυρίαρχα, με το σύνθημα «Φωτιά στους τουρκόσπορους πρόσφυγες» να είναι κεντρικό στον πολιτικό τους λόγο. Αντίθετα, το ΚΚΕ ανοίγει διάπλατα τις αγκάλες του στους πρόσφυγες. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στις εκλογές του Νοέμβρη του 1926, όταν το ΚΚΕ εξέλεξε για πρώτη φορά στην ιστορία του 10 βουλευτές συγκεντρώνοντας 4,38%, κατέβηκε ως «Ενιαίο Εκλογικό Μέτωπο Εργατών-Αγροτών-Προσφύγων».
Ξαναρίχνοντας μια ματιά στην πορεία του, μπορεί κανείς να πει με μια κάποια σιγουριά ότι η αγάπη του για τους κατατρεγμένους και η στάση της Αριστεράς απέναντί τους, είναι η βασική γέφυρα που τον συνέδεσε με το ελληνικό Κομμουνιστικό Κίνημα. Αυτός ο όμορφος ανθρωπισμός και η γλυκιά ευαισθησία του Καββαδία φαίνονται πιο καθαρά σ’ ένα εξαιρετικά πρώιμο ποίημα του που δημοσιεύεται στο Περιοδικό της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας το 1929 όταν καλά καλά δεν είναι ακόμη 19 χρονών. Το ποίημα έχει τίτλο «Αγαπάω» και δεν έχει συμπεριληφθεί σε καμία από τις 3 ποιητικές συλλογές του:
Αγαπάω τ’ ό,τι είναι θλιμμένο στον κόσμο
Τα θολά ματάκια, τους αρρώστους ανθρώπους,
τα ξερά γυμνά δέντρα και τα έρημα πάρκα,
τις νεκρές πολιτείες, τους τρισκότεινους τόπους.
Τους σκυφτούς οδοιπόρους που μ’ ένα δισάκι
για μια πολιτεία μακρινή ξεκινάνε,
τους τυφλούς μουσικούς των πολύβοων δρόμων,
τους φτωχούς, τους αλήτες, αυτούς που πεινάνε.
Τα χλωμά τα κορίτσια που πάντα προσμένουν
τον ιππότην που είδαν μια βραδιά στ’ όνειρό τους,
να φανεί απ’ τα βάθη του απέραντου δρόμου.
Τους κοιμώμενους κύκνους πάνω στ’ ασπροφτερό τους
Τα καράβια που φεύγουν για καινούρια ταξίδια
και δεν ξέρουν καλά – αν ποτέ θα ‘ρθουν πίσω
αγαπάω, και θάθελα μαζί τους να πάω
κι ούτε πια να γυρίσω.
Αγαπάω τις κλαμένες ωραίες γυναίκες
που κοιτάνε μακριά, που κοιτάνε θλιμμένα…
αγαπάω σε τούτον τον κόσμο – ό, τι κλαίει
γιατί μοιάζει μ’ εμένα.
kabbadias-thumb-large

Το πρώτο μπάρκο

Τον Οκτώβριο του 1929 πεθαίνει ο Χαρίλαος Καββαδίας, ο πατέρας του ποιητή. Ο Νίκος Καββαδίας αφήνει πίσω την λογιστική εργασία που είχε βρει σε ναυτιλιακό γραφείο στον Πειραιά, το ίδιο και τις ιατρικές σπουδές του. Ο θάνατος του πατέρα του, σε συνδυασμό με την τραγική οικονομική κατάσταση της οικογένειάς του, δεν του αφήνουν άλλη επιλογή.  Βγάζει ναυτικό φυλλάδιο και πραγματοποιεί το πρώτο του μπάρκο, στο φορτηγό «Άγιος Νικόλαος». Από το το 1930 και μετά ταξιδεύει σχεδόν αδιάκοπα. «Ζαλίζομαι στην στεριά.» γράφει αργότερα στην βάρδια.
Ταξιδεύει σχεδόν αποκλειστικά με φορτηγά πλοία- ιδιαίτερα την περίοδο μέχρι τον Β’ Π.Π.  Σνομπάρει τα επιβατικά. Τα φορτηγά είναι βραδυκίνητα και τα ταξίδια τους μεγάλα κι έτσι η ζωή μέσα σε αυτά καταλήγει να έχει την μορφή μιας κοινότητας. Επίσης αυτά είναι που παραμένουν για πολύ καιρό στα λιμάνια για το φόρτωμα και το ξεφόρτωμα των και το πλήρωμά τους αναπτύσσει ουσιαστικές σχέσεις με τα λιμάνια που επισκέπτεται. Όλα αυτά για τους ναυτικούς αποτελούσαν το βιωματικό τους πλαίσιο. Για τον Καββαδία όμως αποτέλεσαν και το ποιητικό του υλικό.
Αυτό ακριβώς το διάστημα, από το πρώτο του μπάρκο ως τον Ιούνιο του 1933 είναι το διάστημα όπου γεννιέται για πρώτη φορά αυτό που σήμερα όλοι αναγνωρίζουμε ως ποίηση του Καββαδία. Τότε είναι που ο ποιητής, που είχε ξεμπαρκάρει από το φορτηγό πλοίο Νίκη, εκδίδει με δικά του έξοδα την πρώτη του ποιητική συλλογή, το Μαραμπού, σε 245 αντίτυπα. Η συλλογή ήταν αφιερωμένη στον Κεφαλλονίτη φίλο του Μεμά Γαλιατσάτο. ΤοΜαραμπού – όνομα του κακοσήμαδου και καταραμένου πουλιού των τροπικών χωρών- ήταν και το παρατσούκλι που ο Καββαδίας διάλεξε για τον εαυτό του και το κράτησε σε όλη του την ζωή.
Η ποιητική συλλογή αποτελείται από 22 ποιήματα και έναν μετριοπαθή πρόλογο του Καίσαρα Εμμανουήλ. Ο Καίσαρας Εμμανούηλ, σχετικά γνωστός την εποχή εκείνη στους καλλιτεχνικούς κύκλους εξαιτίας κάποιων ποιητικών συλλογών που έχει εκδώσει, κυρίως όμως λόγω της εξαιρετικής μετάφρασής του στο καθολικό έργο του Εντκαρ Άλαν Πόε «το Κοράκι», δέχεται να προλογίσει έναν παντελώς άγνωστο ποιητή προχωρώντας στην επικερδέστερη ίσως «ανταλλαγή» στην Ιστορία της ελληνικής ποίησης.


Ο 23χρονος Καββαδίας γράφει στην εποχή των τεράτων, στην εποχή που αυτοκτονούν οι ποιητές. Η ποιησή του είναι πράξη επαναστατική γιατί είναι μια μεγάλη κατάφαση της ζωής. Και γιατί η επανάσταση ευτυχώς είναι κάτι που υπερβαίνει την στενότητα της σημερινής έννοιας της πολιτικής για να την ολοκληρώσει.
Καββαδίας

Πόλεμος και κατοχή

Ο Καββαδίας ξεμπαρκάρει για να βρεθεί στο αλβανικό μέτωπο, όπου όπως κι άλλοι αριστεροί ναυτικοί αντί για το ναυτικό βρίσκεται στην πρώτη γραμμή. Μετά την κατάρρευση του Μετώπου βρίσκεται στην Αθήνα. Εντάσσεται στο ΕΑΜ και το ΚΚΕ. Στο ΕΑΜ δραστηριοποιείται αρχικά στο ΕΑΜ ναυτικών κι αργότερα στο ΕΑΜ λογοτεχνών – ποιητών. Αρθρογραφεί με το ψευδώνυμο Α. Ταπεινός στο παράνομο περιοδικό Πρωτοπόροι, όπου το 1943 δημοσιεύει το ποίημα «Αθήνα 1943». Με την απελευθέρωση κι ενώ αμέσως προσπαθεί να ξαναμπαρκάρει αρχίζει την συνεργασία του με το εβδομαδιαίο αριστερό περιοδικό Ελεύθερα γράμματα. Εκεί, στο τρίτο φύλλο του περιοδικού του, στην πρώτη του δημοσίευση, θα παρουσιάσει ίσως  το πιο όμορφο ίσως ποίημα του, γραμμένο προφανώς την περίοδο της κατοχής: Το ποίημα Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα.

Στο εκπληκτικό αυτό ποίημα, κάθε στίχος έχει πίσω του μια ογκωδέστατη δουλειά. Μ’ ένα χωροχρονικό άλμα, μπλέκονται ο ισπανικός εμφύλιος και η Ελλάδα της κατοχής, οι σταυροφόροι, δηλαδή η πρώτη ταξιαρχία των Ελλήνων εθελοντών που πήγαν να πολεμήσουν στην Ισπανία στο πλευρών των αντιφασιστών -που δεν ήταν άλλη από την ταξιαρχία Νίκος Ζαχαριάδης- με την Γκέρνικα του Πικάσο και το διαμελισμένο ταύρο του, το μαρτυρικό Δίστομο και η ηρωική Καισαριανή με τις ανδαλουσιανές ελιές και περιβόλια:

Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό
και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι
Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ
τότε που φεύγανε μπουλούκια οι σταυροφόροι


Παντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδειά
και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου
στο ρογοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά
κι ο γέρος έλιαζε, ακαμάτης, τ’αχαμνά του


Του ταύρου ο Πικάσο ρουθούνιζε βαριά
και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι
τραβέρσο ανάποδο, πορεία προς το βοριά
τράβα μπροστά, ξοπίσω εμείς και μη σε μέλει

Κάτω απ” τον ήλιο αναγαλιάζαν οι ελιές
και φύτρωναν μικροί σταυροί στα περιβόλια
τις νύχτες στέρφες απομέναν οι αγκαλιές
τότες που σ” έφεραν, κατσίβελε, στη μπόλια


Ατσίγγανε κι αφέντη μου με τι να σε στολίσω;
φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό
στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω
κι ίσα ένα αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.


Κοπέλες απ” το Δίστομο, φέρτε νερό και ξύδι
κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά
σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι
μέσα απ” τα διψασμένα της χωράφια τα ανοιχτά.

Και η εκπληκτική τελευταία στροφή του ποιήματος δείχνει με σεμνότητα το βάθος της ανάγνωσης του Καββαδία πάνω στο έργο του Λόρκα:

Βάρκα του βάλτου ανάστροφη
φτενή δίχως καρένα
σύνεργα που σκουριάζουνε σε γύφτικη σπηλιά
σμάρι κοράκια να πετάν στην έρημην αρένα
και στο χωριό να ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά.

Ο Καββαδίας χαιρετάει τον Λόρκα με τον αριθμό εφτά, αριθμό που ο Ισπανός ποιητής χρησιμοποιεί τόσο συχνά. («Τραγουδούν οι εφτά κοπέλες…. Ψυχή μ’ εφτά φωνές οι εφτά κοπέλες….. Στον άσπρο ουρανό εφτά τρανά πουλιά….. Εφτά κραυγές,  εφτά αίματα, εφτά διπλά φυτά νάρκης…….Εφτά  καρδιές έχω… κοκ)
Το “Πούσι”

Φτάνοντας πια στο Σωτήριο έτος 1947 κι ενώ ο εμφύλιος βρίσκεται στις τραγικές στροφές του, ο Καββαδίας έχει μπαρκάρει με το πλοίο Κορίνθια που εκτελεί δρομολόγια εσωτερικού. Πληροφορίες που δεν εξακριβώνονται, τον φέρνουν στα δρομολόγια αυτά να μεταφέρει παράνομο υλικό για της ανάγκες του ΚΚΕ και του ΔΣΕ.

Τον Γενάρη ο προσωπικός φίλος του Καββαδία και γνωστός τροτσκιστής της εποχής, Θανάσης Καραβίας, εκδίδει την δευτερη ποιητική συλλογή του ποιητή, το Πούσι, που σημαίνει καταχνιά, όμοια με την καταχνιά της εποχής. Στο “Πούσι” ηγεμονεύει ο εξομολογητικός χαρακτήρας του ποιητή. Τα ποίηματα μοιάζουν σαν γράμματα ενός ναυτικού σε συγγενείς και φίλους, ή μάλλον σύντομες καρτ ποσταλ από λιμάνια. Όπως και το Μαραμπού, έτσι και εδώ τα ποιήματα είναι αφιερωμένα σε κάποιον, αλλά αυτή την φορά όχι τα μισά αλλά όλα!

Η βάρδια

Αυτή η αγάπη γεμάτη τύψεις, είναι και η βάση της «Βάρδιας», του βασικού πεζογραφήματος του Καββαδία. Στις ατέλειωτες βάρδιες, οι ναυτικοί καταπιάνονται συνεχώς με την κατάστασή τους. Ό,τι ζουν, ό,τι διαλέγουν και ότι αφήνουν πίσω, το κατανοούν ως κατάρα, μα δεν κάνουν τίποτα για να αλλάξουν τα πράγματα, μόνο αποδέχονται και επιζητούν την ομαλή ροή των πραγμάτων. Μεγάλη πια η απόσταση από το ταξίδι ως φάρμακο για τον Καίσαρα Εμμανουήλ!

Κι αν στα ποιήματα του Καββαδία υπονοείται τακτικά ο φόβος που προκαλεί της “ηδονής το αμάρτημα το προπατορικό” ολόκληρη η βάρδια διαπνέεται από το ρίγος ενός φιλήματος που στοίχισε ακριβά: Όπου ακριβά σημαίνει ωχρά σπειροχαίτη, ή αλλιώς σύφιλη, που μετέφεραν στην Ευρώπη οι ναύτες από τα μπουρδέλα του “Νέου Κόσμου”. Κυριαρχεί ένα θανάσιμο αμάρτημα για το οποίο ο εαυτός του τον δικάζει σαν δικαστής, στυγνός για μια ολόκληρη ζωή, χωρίς όμως να προσδιορίζεται ποιο είναι αυτό, έτσι που μένει ανοικτό για τον αναγνώστη να διαλέξει: η προδοσία ενός έρωτα, η παραίτηση από ένα ιδανικό, η καταστροφή που προκλήθηκε από αμέλεια ή αδιαφορία. Ο καθένας διαλέγει ό,τι του κάνει περισσότερο και μέσα από τους στίχους του Καββαδία ζητά κατανόηση και όχι συγχώρεση.
Μετά την Βάρδια

Το 1957 ο μικρός του αδερφός. Αργυρης αυτοκτονεί με περίστροφο στην καμπίνα του στο Κόμπε της Ιαπωνίας. Έκτοτε ουσιαστικά ο Καββαδίας περνά σιγά-σιγά στην αφάνεια. Ο πόνος τον κάνει να μην γράφει, να μην δημοσιεύει. Και η Αριστερά δείχνει να ξεχνάει τον ποιητή της Αντίστασης, τον γραμματέα του ΕΑΜ λογοτεχνών-ποιητών, τον συνεργάτη των ελεύθερων γραμμάτων. Ίσως δεν τον υπολογίζει γιατί δεν γράφει “προλεταριακή ποίηση”, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Δεν θα βρει κανείς αναφορά στον Καββαδία ουτε στην «Αυγή» του ’50, ούτε στην “Δημοκρατική αλλαγή”, ούτε στην “Γενιά μας” των Λαμπράκηδων, ούτε στην“Επιθεώρηση Τέχνης”. Η αλήθεια είναι βέβαια ότι ίδιος, αδύναμος, διάλεξε να πάρει πρώτος αποστάσεις, κυρίως με την παρατεταμένη σιωπή του.
Ωστόσο, μπορεί να σιώπησε, αλλά δεν πουλήθηκε. Όταν λίγο πριν το πραξικόπημα του ’67, δυο πρωτοπόροι φοιτητές τον καταφέρνουν να δώσει συνέντευξη στην «Πανσπουδαστική», ο Καββαδίας τους χαρίζει στίχους, αλλά δίνει και το στίγμα του: Σχολιάζει την στάση του Στάινμπεκ υπέρ του πολέμου στο Βιετνάμ με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο: “Θα προτιμούσα”, λέει “να έχω στο κεφάλι μου, αντί για το μυαλό του Στάινμπεκ τα σκατά ενός μικρού Βιετναμέζου».
Πεθαίνει στις 10 Φλεβάρη του 1975 από εγκεφαλικό. Δεν προλαβαίνει να δει την τρίτη του ποιητική συλλογή, «Τραβέρσο» να εκδίδεται, για την οποία επιφυλλασόμαστε για μια μελλοντική ειδική συζήτηση.
Και κάπως έτσι, εδώ στην Ελλάδα του 2015, που μοιάζει συχνά να βρίσκεται σε πορεία τραβέρσο κόντρα στον άνεμο, χαιρετίζουμε τον Νίκο Καββαδία, 40 χρόνια από τη φυγή του. Τον Πέτρο Βαλχάλα, τον  Α. Ταπεινό, τον Κόλλια, τον μαραμπού, το ναυτικό. Με τρεις στροφές από το Yara Yara:
Φώτα του Melbourne. Βαρετά κυλάει ο Yara Yara
ανάμεσα σε φορτηγά πελώρια και βουβά,
φέρνοντας προς το πέλαγος, χωρίς να δίνει δυάρα,
του κοριτσιού το φίλημα, που στοίχισε ακριβά.
Γερά την ανεμόσκαλα. Καφέ για τον πιλότο.
Λακίζετε, αλυσόδετοι του στεριανού καημού.
Και σένα, που σε κέρδισα μιανής νυχτιάς σε λότο,
σμίγεις και πας με τον καπνό του γκρίζου ποταμού.
Μια βάρκα θέλω, ποταμέ, να ρίξω από χαρτόνι,
όπως αυτές που παίζουνε στις όχθες μαθητές.
Σκοτώνει, πες μου, ο χωρισμός; Ματώνει, δε σκοτώνει.
Ποιος είπε φούντο; Ψέματα. Δε φτάσαμε ποτές.




Κυριακή 20 Μαρτίου 2016

A.Σικελιανός-E.Πάλμερ

Ο τρομερός έρωτας του Σικελιανού με την Εύα Πάλμερ. Λάτρεψαν ο ένας τον άλλον και την αρχαία Ελλάδα. Πικράθηκαν από την αποτυχία και χώρισαν. Πολλά χρόνια μετά τάφηκαν μαζί στους Δελφούς.

Άγγελος Σικελιανός. Λευκαδίτης ποιητής, έντονα λυρικός. Στενός φίλος με τον Καζαντζάκη. Μελετητής της αρχαίας ιστοριογραφίας και οραματιστής ενός οικουμενικού ιδεώδους, βασισμένο στη Δελφική Ιδέα.
Εύα Πάλμερ, γεννημένη στην Αμερική, από νωρίς συναντήθηκε με εξαίρετα λογοτεχνικά μυαλά της εποχής, μεταξύ των οποίων και ο Όσκαρ Ουάιλντ.

Ο Άγγελος Σικελιανός με την σύζυγό του Εύα Πάλμερ-Σικελιανού
Ο Άγγελος Σικελιανός και η Εύα Πάλμερ
Σπούδασε αρχαιολογία και χορογραφία σε Αμερική και Παρίσι.
Το 1906, ο Άγγελος Σικελιανός γνώρισε για πρώτη φορά την Εύα Πάλμερ.
Έναν χρόνο αργότερα, παντρεύτηκαν στην Αμερική.
Ο Άγγελος και η Εύα απέκτησαν ένα γιο, χώρισαν και κατάφεραν να φέρουν εις πέρας το μεγαλεπήβολο όνειρο του ποιητή, τις Δελφικές Γιορτές.

Η Εύα Πάλμερ σε νεαρή ηλικία
Η Εύα Πάλμερ σε νεαρή ηλικία
«Στον Άγγελο αγαπάω…»
«Στον Άγγελο αγαπάω τη χώρα του, το λαό του, τη γλώσσα του, και πιο πολύ τα όνειρά του. Η τιμωρία μου είναι πως δεν τον αγαπώ. Η δικιά του τιμωρία είναι πως του είπα ψέματα, και πως του είπα ότι νοιάζομαι περισσότερο γι’ αυτόν παρά για σένα[…] Κράτησέ με τώρα αν μ’ αγαπάς όπως εγώ σε κρατώ, φύλαξε τα γράμματά μου, που τα’ αγαπώ πάνω από όλα, φρόντισε τον εαυτό σου και πίστεψε πως η αγάπη για την οποία σου έγραψα ήσουν εσύ…»
Με αυτό το γράμμα, η Εύα Πάλμερ ενημέρωσε την κατά χρόνια στενή φίλη και ερωμένη της, Νάταλι Μπάρνεϊ, ότι θα παντρευτεί τον Άγγελο Σικελιανό και θα μετακομίσει μόνιμα στην Ελλάδα.
Τον Αύγουστο του 1906, η Εύα Πάλμερ επισκέφτηκε για πρώτη φορά την Αθήνα, έχοντας στο πλευρό της τον Ρεϊμόνδο Ντάνκαν, που είχε γνωρίσει κατά τη διαμονή της στο Παρίσι.
Μαζί την ήταν και η Πηνελόπη Σικελιανού, σύζυγος του Ρειμόνδου και αδερφή του Άγγελου.
Η Εύα, παρά τα όσα έγραψε στην ερωμένη της, γοητεύτηκε βαθύτατα με τον ποιητή Άγγελο και με τον αρχαίο ελληνικό τρόπο ζωής που φαίνεται πως μοιράζονταν η Πηνελόπη με τον αδερφό της.
Αλλά και ο ποιητής ερωτεύτηκε παράφορα την παράξενη όμορφη γυναίκα που ήταν δέκα χρόνια μεγαλύτερή του.
Δεκατρείς μήνες αργότερα, στις 9 Σεπτεμβρίου του 1907, τελέστηκε ο γάμος του ζευγαριού στο Μέιν της Αμερικής.
Όσο ο Άγγελος ασχολούταν με την ποιητική συλλογή του, έχοντας ήδη εκδώσει τον περίφημο «Αλαφροΐσκιωτο», η Εύα θα αναπτύξει τις δικές της φιλίες και δραστηριότητες στην Ελλάδα.
Η Πηνελόπη της είχε μάθει πώς να υφαίνει στον αργαλειό και αρχικά η Εύα έραβε τα δικά της ρούχα, που έμοιαζαν με αρχαιοελληνικούς μανδύες.
Παράλληλα, σπούδασε Βυζαντινή μουσική πλάι στον εξαιρετικό δάσκαλο Κωνσταντίνο Ψάχο και χρηματοδότησε την κατασκευή του Παναρμόνιου, ενός μουσικού οργάνου σαν το πιάνο, που ήταν ιδέα του δασκάλου της.
Μάλιστα, υπήρξε και η πρώτη γυναίκα που δίδαξε εκκλησιαστική μουσική στην πρώτη τάξη του Ωδείου, με άδεια που της έδωσε το 1919 ο Πατριάρχης.
Η Εύα ήταν ήδη μυημένη στην τέχνη και την φιλοσοφία από τα παιδικά της χρόνια στην Αμερική. Ο πατέρας της είχε ιδρύσει μια λέσχη και καλούσε στο σπίτι τους εξέχουσες προσωπικότητες  της διανόησης. Η Εύα άρχισε να μελετά εντατικά τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και τους προσωκρατικούς φιλοσόφους, όπως είχε κάνει και ο Σικελιανός από την εφηβεία του.
Το 1924 αποφάσισε να αφιερωθεί στο όνειρο του άνδρα της για την αναγέννηση των «Δελφικών Εορτών».

Η Εύα Πάλμερ με τον Άγγελο Σικελιανό στον τάφο του Βαλαωρίτη
Η Εύα Πάλμερ με τον Άγγελο Σικελιανό στον τάφο του Βαλαωρίτη
Οι «Δελφικές Γιορτές», η οικονομική καταστροφή και ο χωρισμός του ζευγαριού
Το 1927 ανέβηκε η αρχαία τραγωδία «Προμηθέας Δεσμώτης» και το 1930 οι «Ικέτιδες» του Αισχύλου, στο πλαίσιο των «Δελφικών Εορτών» του Άγγελου Σικελιανού.
Επηρεασμένος από την μελέτη του έργου αρχαίων ποιητών, κυρίως του Πινδάρου και του Ομήρου, αλλά και Πυθαγόρειων και λυρικών ποιητών θέλησε να αναβιώσει το αρχαιοελληνικό πνεύμα.
Με βάση την αρχαία Ελλάδα και πνευματικό κέντρο τους Δελφούς, ο Σικελιανός επιθυμούσε να πραγματοποιήσει μια σύγχρονη παράδοση που θα αποσκοπούσε στην ενότητα και την ειρήνη όλων των λαών.
Μια πανανθρώπινη, οικουμενική πνευματική επικοινωνία που θα επισκίαζε όλα τα σύνορα και τις διεθνείς αγκυλώσεις και προκαταλήψεις.

Απόσπασμα από τις "Δελφικές Γιορτές"
Απόσπασμα από τις «Δελφικές Γιορτές»
Η «Δελφική Ιδέα» του Σικελιανού θα εκφραζόταν μόνο μέσα από τις «Δελφικές Γιορτές».
Η Εύα Πάλμερ συνήθιζε να ντύνεται με μανδύες αρχαιοελληνικού στυλ
Η Εύα Πάλμερ συνήθιζε να ντύνεται με μανδύες
αρχαιοελληνικού στυλ
Στο όραμα του Άγγελου υπήρχε χώρος και για την «Δελφική Ένωση», όπου κυρίαρχος στόχος ήταν η ένωση όλων των λαών, αλλά και το «Δελφικό Πανεπιστήμιο» που θα έκανε γνωστές και θα συνέδεε όλες τις παραδόσεις των χωρών.
Χωρίς βέβαια καμία κρατική παρέμβαση και χρηματοδότηση, έγιναν πραγματικότητα μόνο οι αρχαίες παραστάσεις με την οικονομική βοήθεια της Εύας.
Η Εύα είχε κληρονομήσει ένα μεγάλο ποσό από τον πατέρα της και καθώς ήταν αφιερωμένη «ψυχή τε και σώματι» στην ιδέα του συζύγου της, χρηματοδότησε ολόκληρη την προσπάθεια.
Η Εύα ανέλαβε την σκηνοθεσία, τη διδασκαλία της μουσικής, την χορογραφία, τα κοστούμια αλλά και την διεκπεραίωση του τεράστιου γραφειοκρατικού έργου.
Μπορεί οι δύο παραστάσεις στο Αρχαίο Ελληνικό Θέατρο να καθιέρωσαν το ανέβασμα αρχαίων τραγωδιών και θεατρικών έργων στην Ελλάδα, ωστόσο το πόνημα δυστυχώς δεν βρήκε μεγάλη απήχηση.
Χωρίς τη στήριξη του κράτους, οι «Δελφικές Εορτές» δεν είχαν επιτυχία.
Ο Άγγελος, πικραμένος εν μέρει έριξε το άδικο στην Εύα, λέγοντας πως μια γυναικεία σκηνοθεσία παραξένεψε και προβλημάτισε το κοινό.
Η Εύα από την άλλη, απογοητευμένη και σχεδόν χρεοκοπημένη, αποφάσισε να εγκαταλείψει την προσπάθεια.
Άφησε όμως και τον Άγγελο, που την απατούσε.
Η Εύα επέστρεψε στην Αμερική. Ο Σικελιανός παντρεύτηκε την Άννα Καραμάνη και οι τρεις τους διατήρησαν μια φιλική σχέση.

Η Πάλμερ συνέχισε να στηρίζει τον Σικελιανό
Η Πάλμερ επιστρέφοντας στην Αμερική, αρχικά αναζήτησε χρηματοδότες για την συνέχιση των «Δελφικών Εορτών». Παράλληλα, μέσα από διαλέξεις και άρθρα προωθούσε τη Δελφική Ιδέα.
Η απήχηση δεν ήταν η αναμενόμενη.
Κατά τη διάρκεια της Κατοχής κι ενώ ο Σικελιανός γινόταν εθνικός ήρωας διαβάζοντας στην κηδεία του Κωστή Παλαμά επαναστατικούς στίχους, η Εύα από την Αμερική αναζητούσε οικονομική βοήθεια για την Ελλάδα και στήριζε οικονομικά τον Άγγελο και την γυναίκα του!
Τρία χρόνια αργότερα, η Πάλμερ με τον Χένρι Μίλερ υποστήριξαν την υποψηφιότητα του Σικελιανού για το Βραβείο Νόμπελ.

Ο Άγγελος Σικελιανός προτάθηκε για Νόμπελ Λογοτεχνίας και αποτέλεσε την "επαναστατική" φωνή στην ΚΑτοχή

Ο Άγγελος Σικελιανός προτάθηκε για Νόμπελ Λογοτεχνίας και αποτέλεσε την «επαναστατική» φωνή στην Κατοχή
Το 1950 ο Άγγελος κατάφερε να αποσπάσει χρηματική επιχορήγηση για την αναβίωση των «Δελφικών Εορτών» και η Εύα ετοιμάστηκε να ταξιδέψει στην Ελλάδα.
Μάταια.

Ο Άγγελος και η Εύα στους Δελφούς
Ο Άγγελος και η Εύα στους Δελφούς
Δεν της εξέδιδαν διαβατήριο.
Ήρθε στην Ελλάδα το 1952, ένα χρόνο μετά τον θάνατο του Σικελιανού, στις 19 Ιουνίου 1951.
Στις 4 Ιουνίου του 1952, η Πάλμερ υπέστη καρδιακή προσβολή ενώ παρακολουθούσε στους Δελφούς τον «Προμηθέα Δεσμώτη».
Σε ηλικία 78 χρόνων, τάφηκε δίπλα στον Άγγελο Σικελιανό στους Δελφούς.

Πέμπτη 10 Μαρτίου 2016

'Αγγελος Σικελιανός


Sikelianos.jpg

Ο Σικελιανός γεννήθηκε στη Λευκάδα, όπου και πέρασε τα παιδικά του χρόνια. Ήταν το τελευταίο από τα επτά παιδιά του καθηγητή γαλλικών Ιωάννη Σικελιανού και της Χαρίκλειας Στεφανίτση. Οι ρίζες της οικογένειάς του εντοπίζονταν στην Κεφαλονιά και τη Βενετία. Αποφοίτησε από το τετρατάξιο γυμνάσιο το 1900 και τον επόμενο χρόνο εγγράφηκε στη Νομική Σχολή της Αθήνας, χωρίς ωστόσο να ολοκληρώσει ποτέ τις νομικές του σπουδές. Τα ενδιαφέροντά του ήταν καθαρά λογοτεχνικά και από νωρίς μελέτησε Όμηρο, Πίνδαρο, Ορφικούς και Πυθαγόρειους, λυρικούς ποιητές, προσωκρατικούς φιλοσόφους, Πλάτωνα, Αισχύλο αλλά και την Αγία Γραφή και ξένους λογοτέχνες όπως τον Ντ' Αννούντσιο. Τα επόμενα χρόνια πραγματοποίησε αρκετά ταξίδια και στράφηκε στην ποίηση και το θέατρο. Το 1902, δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα στα λογοτεχνικά περιοδικά Διόνυσος και Παναθήναια.

Σημαντικό σταθμό στη ζωή του Σικελιανού η γνωριμία του το 1905 με την Αμερικανίδα Εύα Πάλμερ - η οποία σπούδαζε στο Παρίσι ελληνική αρχαιολογία και χορογραφία - την οποία παντρεύτηκε το 1907 στο Μπαρ Χάρμπορ του Μέιν των ΗΠΑ. Το ζεύγος εγκαταστάθηκε το επόμενο έτος στην Αθήνα. Εκείνη την περίοδο ο Σικελιανός ήρθε σε επαφή με αρκετούς πνευματικούς ανθρώπους και τελικά το 1909 δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή Αλαφροΐσκιωτος, η οποία προκάλεσε ιδιαίτερη αίσθηση στους φιλολογικούς κύκλους, αναγνωριζόμενη ως έργο-σταθμός στην ιστορία των νεοελληνικών γραμμάτων. Ταυτόχρονα, το ίδιο έτος γεννήθηκε και ο γιος του Γλαύκος. Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων, ο Σικελιανός θα επιστρατευτεί και θα συμμετάσχει ως απλός στρατιώτης στο μέτωπο της Ηπείρου.

Η αρχαιοελληνική πνευματική ατμόσφαιρα απασχόλησε βαθιά τον Σικελιανό και συνέλαβε την ιδέα να δημιουργηθεί στους Δελφούς ένας παγκόσμιος πνευματικός πυρήνας ικανός να συνθέσει τις αντιθέσεις των λαών («Δελφική Ιδέα»). Για τον σκοπό αυτό ο Σικελιανός, με τη συμπαράσταση και την οικονομική αρωγή της γυναίκας του, δίνει πλήθος διαλέξεων και δημοσιεύει μελέτες και άρθρα. Παράλληλα, οργανώνει τις «Δελφικές Εορτές» στους Δελφούς με τις παραστάσεις του Προμηθέα Δεσμώτη (1927) και των Ικέτιδων (1930) του Αισχύλου να ανεβαίνουν στο αρχαίο θέατρο. Η «Δελφική Ιδέα» εκτός από τις αρχαίες παραστάσεις περιελάμβανε και τη «Δελφική Ένωση», μία παγκόσμια ένωση για τη συναδέλφωση των λαών και το «Δελφικό Πανεπιστήμιο», στόχος του οποίου θα ήταν να συνθέσει σε έναν ενιαίο μύθο τις παραδόσεις όλων των λαών. Για τις πρωτοβουλίες αυτές, το 1929, η Ακαδημία Αθηνών του απένειμε αργυρό μετάλλιο για τη γενναία προσπάθεια αναβίωσης των δελφικών αγώνων. Από το φιλόδοξο αυτό σχέδιο το μόνο που πραγματοποιήθηκε τελικά ήταν οι Δελφικές Εορτές, αλλά και αυτές οδήγησαν σε οικονομική καταστροφή και χωρισμό του ζεύγους, αφού η Εύα Πάλμερ εγκαταστάθηκε από τότε στην Αμερική και επέστρεψε μόνο μετά τον θάνατο του ποιητή.

Υπήρξε 5 φορές υποψήφιος για το Νομπέλ Λογοτεχνίας.

                                 Η οικία του Α. Σικελιανού στην ακτή Μ. Φανερωμένης, Σαλαμίνα.

Ἄγγελος Σικελιανός (1884-1951) - Ὁ φλογερὸς βάρδος τοῦ μυθώδους καὶ τοῦ ἱστορικοῦ


Ἡ εἰκόνα τοῦ παλιοῦ Γνωστικοῦ σφραγιδόλιθου μὲ τὸ σταυρωμένο Ὀρφέα ἀνταποκρίνεται στὴν τελευταία στροφὴ τοῦ ποιήματος «Πρόλογος στὴ Ζωή»:
Ὦ μυστικὰ κατορθωμένο σῶμα,
σῶμα τῆς Θυσίας,
ἀντίδωρο ἄμετρων ψυχῶν,
Ἐσταυρωμένε Βάκχε·
ὦ τσακισμένη ἀπὸ τὸ βάρος τῶν τσαμπιῶν
ἀθάνατη κληρονομιά
καὶ συμβολίζει πὼς τὸ σῶμα τῆς Ποίησης, ὅσο κι ἂν μεράζεται, δὲν μομματιάζεται οὐσιαστικά, ἀλλὰ ὑπάρχει πάντα ὁλόκληρο μέσα σὲ κάθε της κομμάτι, ὅπως ὁ διαμελισμένος Ὀρφέας ξαναβρίσκεται, κατόπι ἀπ᾿ τὸ διαμελισμό του, ὁλόκληρος, γιὰ τὰ μάτια τῶν μυημένων, πάνω στὸ Σταυρό.

Ἀπὸ τὸν Πρόλογο τῆς Συλλογῆς «Ἀντίδωρο», 1943.

Ἄγγελος Σικελιανός

Ἡ Αὐτοκτονία τοῦ Ἀτζεσιβάνο
Μαθητῆ τοῦ Βούδα

1937
Ἀνεπίληπτα ἐπῆρε τὸ μαχαίρι
ὁ Ἀτζεσιβάνο. K᾿ ἤτανε ἡ ψυχή του
τὴν ὥρα ἐκείνη ὁλάσπρο περιστέρι.
Κι ὅπως κυλᾶ, ἀπὸ τ᾿ ἄδυτα τοῦ ἀδύτου
τῶν οὐρανῶν, μὲς στὴ νυχτιὰ ἕν᾿ ἀστέρι,
ἤ, ὡς πέφτει ἀνθὸς μηλιᾶς μὲ πρᾷο ἀγέρι,
ἔτσι ἀπ᾿ τὰ στήθη πέταξε ἡ πνοή του.Χαμένοι τέτοιοι θάνατοι δὲν πᾶνε.
Γιατί μονάχα ἐκεῖνοι π᾿ ἀγαπᾶνε
τὴ ζωὴ στὴ μυστική της πρώτη ἀξία,
μποροῦν καὶ νὰ θερίσουνε μονάχοι
τῆς ὕπαρξής τους τὸ μεγάλο ἀστάχυ,
ποὺ γέρνει πιά, μὲ θείαν ἀταραξία!

(ἀπὸ τὸ Λυρικὸς Βίος, E´, Ἴκαρος 1968)

Ἀνεβαίνοντας στὸν Ὄλυμπο

(ἀποσπάσματα)
Γιὰ νὰ γνωρίσω τοὺς θεούς σου
ἄνοιξα μόνος μου τὸ δρόμο,
γιὰ ὅλο μου τὸ δρόμο
τὴν ἀπόφασή μου παίρνοντας
ὡσὰ μονάκριβο καρπὸ
γιὰ νὰ δροσίζω, στὶς ἀκρότατες στιγμὲς
τῆς δίψας μου, τὰ χείλια!
Ὄλυμπε, ἀνήφορε τοῦ Δία,
τὸ χῶμα σου εἶναι μαῦρο
ζυμωμένο μ᾿ ὅλα τὰ χινόπωρα
τῶν καστανιῶν καὶ τῶν πλατάνων,
καὶ τὸ πόδι χώνεται βαθύτερα ἀπὸ τὸ ῾στραγάλι
γιὰ νὰ σ᾿ ἀνεβεῖ!
Ἀδιάκοπα
μὲ τὸ μαχαῖρι
-δαφνοτόμος
κισσοτόμος-
πρέπει νὰ κόβει τὸ στενό του μονοπάτι
μὲς ἀπ᾿ τὰ παλιούρια
ὅποιος γυρέψει νὰ σὲ ἰδεῖ!
Κι ἀπάνωθέ του σὰ λυροχορδὲς
οἱ κληματίδες ἀμποδᾶνε νὰ διαβεῖ
Ὦ νήπιε Δία!
Καθὼς μιὰ μέρα
ταξιδεύοντας στὴν Ἤπειρον
ἄκουσα ξάφνου μιὰ βοὴ κρυφὴ
μιὰ μουσικὴ χλαλοὴ μικρῶν φτερῶν νὰ τρέμει μὲς στὸν ἀέρα
καὶ δὲν ἤξερα ἀπὸ ποῦ,
ἀλλὰ ψάχνοντας
ηὗρα ἕνα βράχο πιὸ γλιστερὸ ἀπὸ φίλντισι
σὰν αἰώνων καταρράκτες νὰ περάσανε ἀπὸ πάνω του
ποὺ ἀλλαξοδρόμησαν
ἀφήνοντας τὸν πίσωθέ τους στὴ γυμνὴ τελειότητα,
καὶ σκύβοντας στὴ μέση του
ποὺ ἀνοίγονταν βαθιὰ σὰν ἀργυρὸ λεβέτι
Εἶδα στὸ βάθος ἕν᾿ ἀγριομελίσσι νὰ σαλεύει ἀδιάκοπα ὡς πηγή·
ἔτσι κι ἡ κούνια σου στ᾿ ὡραῖο βουνὸ
ἐβούιζεν ὅλη
ἀπ᾿ τ᾿ ἀγριοπερίστερα ὅπου Σοῦ ᾿φερναν στὰ ράμφη τους
τὸ μέλι τῶν ἀνθῶν τῆς γῆς!
Πατέρα Δία·
ἂν οἱ ἱερεῖς σου κάθε χρόνο
στὴν κορφὴ τοῦ Ὀλύμπου
ὅπου ποτὲ δὲν πνέει ὁ ἄνεμος
γράφουνε στὴν ἁπλωμένη στάχτη τῶν θυσιῶν
τὴν ὑψηλή τους προσευχὴ
καὶ τήνε βρίσκουν ἄγγιχτη τὸν ἄλλο χρόνο
καθὼς τὴ στιγμὴ ποὺ μὲ τὸ δάκτυλο
ἐχαράξανε τὰ λόγια της
κι ἂν οἱ καρποί,
ποὺ ὁλόγυρα ἀπιθώνουν ἀφιερώματα,
κρατοῦνε ὁλοχρονὶς ὁλόδροσοι
καθὼς τὴν ὥρα ποὺ ἐκοπήκανε ἀπὸ τὸ κλαδὶ
πόσο περισσότερο ὁ καλός μου Λόγος
ποτισμένος τὴ δροσιά,
ποὺ ὡσὰ βαρὺ ροδάκινο μὲς στὸ νερὸ
ἀστράφτει ὅμοια ἀσημένια σφαῖρα,
δὲ θὰ μείνει αἰώνιος
ὅπου κι ὅπως
στὴν κορφὴ τοῦ Ὀλύμπου τὸν ἀπίθωσα!

Ὁ Γέρος

Ὁ γέρος ὁ ἑκατοχρονίτης,
ὁποῦ ἐγνώρισα στὸ ἴδιο νησί μου, τὴ Λευκάδα,
ἀφοῦ πέρασε βοσκὸς σαράντα χρόνια
στὴ βουνοκορφή, στὰ Σταυρωτά,
κατέβηκε νὰ παντρευτεῖ μία μέρα
στὸ γιαλό, στὸ Μεγανήσι
κι ἀπὸ τότε γίνηκε ψαρὰς
κι ἀπόχτησε τρεῖς θυγατέρες
κι ὅσο ἤτανε μικρές, κυβέρναε μονάχος
τὸ ψαροκάϊκο, τὸ πεζόβολο, τὰ παραγάδια καὶ τὰ δίχτυα
κι ἅμα ἡ πρώτη θυγατέρα ἦρθε στὸ χνούδι της
τὴ πῆρε στὰ κουπιὰ νὰ δέσει τὸ κορμί της,
ἔπειτα τὴ πάντρεψε καὶ πῆρε τὴ κατοπινὴ
κι ἀφοῦ ἔδεσε καὶ τούτη,
κράτησε λίγο καιρὸ τὴ τρίτη στὰ κουπιὰ
καὶ σὰ τὴ πάντρεψε κι αὐτήν,
ἔμεινε πάλι μὲς στὴ βάρκα μοναχός,
προσμένοντας τὸ θάνατο, ἥσυχα νὰ τὸν ῾γγίξει,
καθὼς σβεῖ στρωτὰ ὁ ἀγέρας
στὸ νερὸ τὰ δειλινά...

Ὁ ὕπνος τοῦ Μιστράλ

Τὰ λαμπρὰ βώδια, στριφτοπόδα, πᾶνε,
Ξεσέρνοντας ἀργὰ τὴ νεκροφόρα,
Μὲ τὸ ἅγιο λείψανό σου· κ᾿ ἔρμη ἡ χώρα
Ἀπ᾿ τοὺς πιστούς σου, ὁποῦ σκυφτοὶ ἀκλουθᾶνε,
Τὴ φωτεινὴ ν᾿ ἀποζητάει φωνή τους
Καθώς, σὰν τὰ κεντάει μὲ τὴ βουκέντρα,
Βαθιὰ ὁ ζευγᾶς—κι αὐτὰ δὲ μουκανιῶνται,
Μὲ πλέριο ἄχον, ἄναμιεσα στὰ δέντρα·
Ὅμως, τὰ γερατιά σου τ᾿ ἀνθοφόρα,
Ποῦ στῆς ζωῆς σου ἐρέψανε τὴ ρίζα,
Σὰ μυγδαλιᾶς, ἀπὸ προσήλια μπόρα,
Εἶδαν τὴ γῆ σου, ἀπάρθενη, ὀρθοβύζα,
Στοῦ ὕπνου σου τὸ ἄκουσμα, βαθιὰ νὰ νιώσει
Τῆς δόξας τὸν ἀθάνατον ἰχώρα.
Τί, ἂν ἀπ᾿ τοὺς βάλτους τῆς Καμάργας, ἴσια
Μὲ τῆς Ἄρλης τὰ ρείπια, ἀχολογᾶνε,
Οἱ καμπάνες, ἀργά, στὰ ἐρημοκκλήσια ;
Ρετσίνι ἁδρό, εὐωδᾶν τὰ κυπαρίσσια !
Καὶ ὁλόγυρα, βυζαίνοντας, βογγᾶνε
Τὰ χρυσὰ πρωτοξάνοιχτα μελίσσια.
Καὶ νά, οἱ παρθένες δὲ μοιρολογᾶνε,
Μὰ ἐκεῖ ποὺ εὐλογημένος φέρνει ὁ δρόμος,
Ὅπου ἄφοβο πατάει καὶ τὸ κοτσύφι,
Στὰ μονοπάτια ὁποῦ θρασεύει ὁ φλῶμος,
Τὸ «χαῖρε» λέοντας, πρὸς τὴν Ἁγία Νύφη,
Πρὸς ἐσένα τὸ «χαῖρε» προβοδᾶνε.
Ὢ πόσο εὐλογητὸ τὸ κοιμητήρι,
Ποὺ θὰ δεχτῆ τὴ μνήμη σου, ὡς τὸ μαῦρο
Τοῦ Βασιλόπουλου ποιητή, ποτήρι,
Τοῦ Κήτς, ποὺ στὰ κατάβαθα χωμένο
Τῆς γῆς, ἐπόθησε νὰ πιεῖ, ἀπ᾿ τὸ λαῦρο
Μύρο κι᾿ ἀπ᾿ τὸ τραγούδι σου ἀδρωμένο !
Τί, ἂν ἀγρυπνᾶν γιὰ σέ, τὰ μοναστήρια;
Τί, τὥνα—τἄλλο, στὰ χωριά, ἂν ξυπνᾶνε
Τοῦ πόνου οἱ ἐκκλησιές, τὰ σημαντήρια ;
Τί, ἂν ὁ ἀχός, λιγοθυμώντας φτάνει;
Τὸ Ἡλιοβασίλεμά σου, ὅπως τὰ μύρια
Πουλιά, ποὺ πᾶνε νὰ κουρνιάσουν, κάνει
Ἀπ᾿ τὸ κελάηδισμα, ἕνα συντριβάνι,
Τὰ κυπαρίσσια, θεῖα, ν᾿ ἀχολογᾶνε!
14 ΜΑΡΤΙΟΥ 1914 ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ

Τὸ Πανανθρώπινο Ἐμβατήριο τῆς Ἑλλάδας

Ὀμπρός! Μὲ ὀρθή, μεσούρανη
τῆς Λευτεριᾶς τὴ δᾴδα,
ἀνοίγεις δρόμο, Ἑλλάδα,
στὸν Ἄνθρωπον ... Ὀμπρός!
Ὁρμᾶνε πρῶτοι οἱ Ἕλληνες
κι ὅλοι οἱ λαοὶ σιμά Σου
-μεγάλο τ᾿ ὄνομά Σου-
βροντοφωνᾶν: «Ὀμπρός,
» ὀμπρός, νὰ γίνουμε ὁ τρανὸς
στρατὸς ποὺ θὰ νικήσει,
σ᾿ Ἀνατολὴ καὶ Δύση,
τὸ μαῦρο φίδι ὀμπρός,
» ὀμπρός, κ᾿ ἡ Ἑλλάδα σκώθηκε
καὶ διασκορπάει τὰ σκότη!
Ἀνάστα, ἡ Ἀνθρωπότη,
Κι ἀκλούθα την ... Ὀμπρός!»

Στον Παλαμά
Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βογκήστε τύμπανα πολέμου...
Οι φοβερές σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αγέρα!
Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! Ένα βουνό
με δάφνες αν υψώσουμε ως το Πήλιο κι ως την Όσσα,
κι αν το πυργώσουμε ως τον έβδομο ουρανό,
ποιόν κλει, τί κι αν το πει η δικιά μου γλώσσα;
Μα συ Λαέ, που τη φτωχή σου τη μιλιά,
ήρως τη πήρε και την ύψωσε στ' αστέρια,
μεράσου τώρα τη θεϊκή φεγγοβολιά
της τέλειας δόξας του, ανασήκωσ' τον στα χέρια
γιγάντιο φλάμπουρο κι επάνω από μας
που τον ύμνούμε με καρδιά αναμμένη,
πες μ' ένα μόνο ανασασμόν: «Ο Παλαμάς!»,
ν' αντιβογκήσει τ' όνομά του η οικουμένη!
Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βογκήστε τύμπανα πολέμου...
Οι φοβερές σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αγέρα!
Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! Ένας λαός,
σηκώνοντας τα μάτια του τη βλέπει...
κι ακέριος φλέγεται ως μες στ' άδυτο ο Ναός,
κι από ψηλά νεφέλη Δόξας τόνε σκέπει.
Τί πάνωθέ μας, όπου ο άρρητος παλμός
της αιωνιότητας, αστράφτει αυτή την ώρα.
Ορφέας, Ηράκλειτος, Αισχύλος, Σολωμός
την 'Αγια δέχονται ψυχή τη τροπαιοφόρα,
που αφού το έργο της θεμέλιωσε βαθιά
στη γην αυτή με μίαν ισόθεη Σκέψη,
τον τρισμακάριο τώρα πάει ψηλά τον Ίακχο
με τους αθάνατους θεους για να χορέψει.
Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βόγκα Παιάνα! Οι σημαίες οι φοβερές
της Λευτεριάς ξεδιπλωθείτε στον αγέρα!

Πορτραῖτο τοῦ Μαβίλη

Νὰ κατεβεῖς λαγκάδια, νὰ περάσεις
νερὰ τρεχάμενα, πλατάνια, πεῦκα νά ῾ναι
χάρισμα ἡ ζωὴ ἀπ᾿ ἀθάνατα στοιχεῖα·
μὲ τὸ χέρι κάθε καρπὸ νὰ φτάσεις,

κερασιές, μυγδαλιές, ὅσα περνᾶνε
σὲ μία βουνίσια ἀπάρθενη ἡσυχία,
κι ἀπό ῾να ξάγναντο ἀνηφόρι 
τῆς θάλασσας νὰ ἰδεῖς τὴν εὐτυχία!...

Καὶ νά ῾σαι ῾κειὸς ποὺ τόσον ἔχει ζήσει
ποὺ τὸ μέλι τὸ γεύεται ἀπ᾿ τὸ βάτο,
θυμό, βάρσαμο, ἀφάνα, ὡς μελίσσι...

Καί, μὲς στὸ μεσημέρι τὸ φλογάτο, 
νά ῾σαι σὰν ἥλιος νά ῾χει πάει νὰ δύσει 
-νά ῾ν᾿ ὁ μισὸς στὸ πέλαγο ἀπὸ κάτω...

Ο Σεφέρης τον αποκάλεσε «Άρχοντα της λαλιάς μας». ο Παλαμάς τον θεωρούσε περισσότερο φιλόσοφο παρά ποιητή. 


Προς το τέλος της ζωής του πάλευε με τη φτώχεια και τις αρρώστιες. Στις 4 Ιουνίου 1951 από λάθος της οικιακής βοηθού του αντί για το φάρμακό του ήπιε απολυμαντικό, με αποτέλεσμα να υποστεί σοβαρά εγκαύματα στα αναπνευστικά του όργανα. Στις 19 Ιουνίου 1951 άφησε την τελευταία του πνοή στην κλινική «Η Παμμακάριστος» της Αθήνας.